Άνοιξη

img_2606befdlkΚαθώς βάδιζε στο δάσος κοντοστάθηκε μπροστά σε μια βελανιδιά. Ήταν ψηλή, καταπράσινη, ενώ τα κλαριά της, όπως ήταν πλεγμένα σε όλες τις κατευθύνσεις, θύμιζαν πνευμονικές αρτηρίες. Ίσως βρήκε επιτέλους το δέντρο που γύρευε. Έκατσε από κάτω της να ακούσει  την ιστορία που είχε να του πει. Την είχε φυτέψει πριν 1500 χρόνια ένας κυνηγημένος σκλάβος φυγάς. Η ιστορία του ήταν πολύ οικεία. Πιθανόν αυτά που έψαχνε να ήταν εκεί. Παρατήρησε καλύτερα τη βελανιδιά. Βαθιά στα κλαδιά τους είδε. Είχαν λουφάξει στις πιο σκοτεινές φυλλωσιές και ίσα που φαίνονταν. Ήταν όλοι εκεί, ενώ συνήθως τον επισκέπτονταν μεμονωμένα. Ήταν σαν να συναντάει παλιούς φίλους. Πλησίασε να τους μιλήσει, όμως αυτοί φοβήθηκαν και κρύφτηκαν ακόμα πιο βαθιά μέσα στο δέντρο. Πια δεν μπορούσε να τους δει αλλά τους ένιωθε. Ψηλάφισε το κορμό για να βρει τη πόρτα και δίχως να διστάσει την άνοιξε. Μπήκε στο τούνελ που οδηγεί στα έγκατα του δέντρου. Απόλυτο σκοτάδι. Προχωρούσε στα τυφλά μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια του. Το ότι δεν τους έβλεπε τον αγρίευε. Όσο προχωρούσε ερχόντουσαν ακόμα πιο κοντά. Στο σκοτάδι δεν φοβόντουσαν. Ένας-ένας εμφανίστηκαν μπροστά του. Τα πετρωμένα τους πρόσωπα είχαν παραμορφωθεί. Απορούσε από που ξεφύτρωσαν. Καθένας τους, του ψιθύριζε κάτι στ’ αυτί και εξαφανιζόταν. Τέντωσε τα αυτιά του όσο πιο πολύ μπορούσε. Αλλά μετά βίας έπιανε λέξεις που δεν έβγαζαν νόημα. Είχε αρχίσει να χάνει τα λογικά του. Έτρεχε όλο και πιο γρήγορα. Πλέον δεν υπήρχε γυρισμός. Είχε φτάσει πολύ μακριά για να τα παρατήσει. Λίγο παρακάτω είδε να τρεμοπαίζει ένα φως. Οι ψίθυροι όλο και αραίωναν όσο πλησίαζε. Όταν έφτασε συνειδητοποίησε πως στο φως υπήρχε κάποιος. Τα χαρακτηριστικά του είχαν αλλοιωθεί και το σώμα του έλαμπε. Μονάχα δυο σχισμές στο πρόσωπο του. Τον κοίταξε στα μάτια, ώσπου παρατήρησε πως έμοιαζαν πολύ με τα δικά του. Προσπάθησε να τον πλησιάσει αλλά όσο και να περπατούσε δεν τον έφτανε. Απογοητεύτηκε που δεν μπορούσε να τον αγγίξει και αφού του έκλεψε λίγες στιγμές γύρισε πάλι προς το δάσος. Βαδίζοντας αργά στο τούνελ χαιρέτησε γλυκά όλους τους δαίμονες του, που πλέον κάθονταν ήρεμοι παρατεταγμένοι δεξιά και αριστερά. Κατάνοιξη. Όλοι ανυπομονούσαν για τη μέρα που θα ξανανταμώσουν. Αφού τελικά βγήκε από το σκοτάδι έμεινε να το χαζεύει σαν υπνωτισμένος. Αβυσσαλέο και ζωντανό του θύμισε τη μέρα που γεννήθηκε.Τότε που μια νύμφη του κάτω κόσμου τον έσωσε από το λήθαργο.

 

(Visited 25 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.