‘Ένας άντρας, δεν έχει καμία απολύτως γαμημένη ελπίδα μόνος του’.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Καπνίζω συνέχεια, κάθισα πάλι κάτω με βαριά ανάσα, έξω απ’ το μπαλκόνι η πόλη κινείται. Γυρνώντας από χώρο σε χώρο, μέσα έξω μέσα μέσα έξω μέσα έξω έξω μέσα. Σαν μάνικα που πετάει νερό προς όλες τις κατευθύνσεις ή σαν το σύμπαν που επεκτείνεται συνεχώς.

Καμιά ωδή προς το ανικανοποίητο δεν φέρνει ικανοποίηση.

Αφήνω τον χρόνο να περνάει σε μαγαζιά με ποικιλίες και χαμόγελα, κάποιον να ξερνάει στο πεζοδρόμιο απέναντι, μια ψηλή σερβιτόρα με αμάνικο στο κρύο.

Βόλτες σε δρόμους και πλατείες που μια εγκατάλειψη κυριαρχεί, εδώ ίσως να υπήρχε ζωή μα τώρα δεν είναι εδώ. Είναι Κυριακή μεσημέρι κι ο κόσμος συνωστίζεται όπου υπάρχουν προσφορές.

Τζαμαρίσματα σε πλατείες, στον δρόμο και στα μαγαζιά. Ποίηση σε μεγάλες οθόνες και αντισυμβατικοί καλλιτέχνες, εξόριστοι από την χώρα τους που δεν άντεξε στην θέα των έργων τους.

Φωτογραφίες, πόσες φωτογραφίες, στημένες ή αυθόρμητες, στιγμές που φυλακίζονται στο φως και η μνήμη δεν τις αφήνει να εξαγνιστούν στην άυλη σφαίρα.

Ένας φωτογράφος μου είπε πόσο εκτιμάει τις στιγμές, αυτό του αρέσει στην φωτογραφία, κι ύστερα μου έδειξε μια κουβανή που πόζαρε για αυτόν στην Βαρκελώνη, θεέ μου, μελαχρινή σοκολάτα με καμπύλες που θα ζήλευε κάθε γυναίκα στον πλανήτη. Ποιος δεν θα ερωτευόταν τέτοιες στιγμές.

Κάποιος έπεσε νεκρός στον πεζόδρομο, λέει δεν τους άρεσε έτσι όπως ήταν, έπρεπε να διαγραφεί από το Μάτριξ.

Σκέφτομαι κι όσο σκέφτομαι δεν ζω. Υπάρχει διαφορά στο να ζεις και στο να σκέφτεσαι, όμως και τα δύο είναι εξίσου εθιστικά και τα δύο στερούνται όρια. Το αν δεν μπορείς να δώσεις σημασία σε κάτι, ολοκληρωτική σημασία, είναι δικό σου θέμα, αν τίποτα δεν σου φαίνεται τόσο σημαντικό ώστε να αξίζει να αφιερώσεις την ζωή σου τότε πρόσεξε. Αυτός που δεν θέλει όταν μπορεί, δεν θα μπορέσει και όταν θέλει ,έτσι λένε τουλάχιστον.

Κι από την άλλη λένε πολλά, μιλάνε για εθισμούς, τα ψυχιατρεία γεμίζουν με παιδιά που απολαμβάνουν το κρύο ή το  να περπατάν ξυπόλητοι, ή απλά είχαν ένα αντικανονικό ξέσπασμα, μια ακραία εκδήλωση αγάπης, μια έκρηξη βίας προς κάποιο όργανο της τάξης.

Σκορπίζομαι, δίνω χρόνο και ενέργεια στηρίζοντας αντιδιαμετρικές νοοτροπίες. Μόνο και μόνο που υπάρχω και καταναλώνω και βρίσκω άνεση μέσα σε αυτή την πολικότητα, βολεύει. Έτσι κινούμαι στο βόλεμα, υλικό και ψυχικό όπου δεν θα χρειάζεται να ιδρώνω, λογικά. Μόλις καταλαβαίνω πως αυτό δεν είναι ρεαλιστικό, λυπάμαι κι αγχώνομαι και τότε κάνω καφρίλες. Ωστόσο συνεχώς νιώθω ένοχος για την ζωή που δεν ζω, τα νιάτα που δεν αξιοποιώ για να γαμήσω. Πέφτω σε τόσο χαμηλά επίπεδα συνειδητότητας που απορώ αν πλέον μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου. Ίσως τελικά να με συμφέρει να μην μπορώ, έτσι απαλλαγμένος από την ευθύνη θα ρίχνω το φταίξιμο αλλού για την δυστυχία και την αποτυχία μου.

Βλέποντας σε replay την ζωή σου τι θα θυμώσουν? Τις ώρες που κάθισες στο λαπτοπ? Τους πιο δυνατούς σου οργασμούς? Τους ανθρώπους σου? τις στιγμές στα σύννεφα? Τα βουνά ? τα μονοπάτια ? τους χειμώνες και τις μαύρες πατημένες τσίχλες των πεζοδρομίων?  Εκείνα τα ζουμερά οπίσθια ? τα οράματα? Το αλκοόλ ? ποιος ξέρει, ωστόσο έχει σημασία.

Στην κάθε μέρα το άγχος σε σπρώχνει, μια ιδέα σε αγκιστρώνει και σε αφήνει αιχμάλωτο της. Πως μπορείς να είσαι δέσμιος με το οτιδήποτε, πως δεν τρομάζεις μπροστά στην ένωση? Στον διαχωρισμό? Πως δείχνεις τόσο χαλαρός και μυστήριος με τα μπράτσα τυλιγμένα μπροστά?

Οι ώρες περνάνε προσπαθώντας να πείσεις τον εαυτό σου πως δεν είσαι μόνος και ίσως έτσι εξηγείται γιατί τόσοι άνθρωποι παίρνουν σκυλιά και γάτες, παπαγαλάκια, σαύρες, ιγκουάνα, ποντίκια, χάμστερ, άλλους ανθρώπους.

Γλιστράω πάνω από την πόλη, σαν να είμαι κομμάτι της, κάθε βρώμικο στενό, κάθε σκονισμένη πλατεία, τα δέντρα ακίνητα, τρομαγμένα. Κάπου μια κοπέλα βιάστηκε, κάποιος φυλακίστηκε επειδή είπε την αλήθεια, άλλος ένας νεκρός στον πεζόδρομο, άστεγοι, τσιγγάνοι, θέατρα, βιβλιοθήκες, λόφοι, Αθήνα! ποια είναι η γιατρειά και ποιο το φάρμακο αφού κάθε βράδυ ξαπλώνουμε στις εξτατικές μας ψευδαισθήσεις?

Την άλλη μέρα πιο φλογισμένα μπαίνουμε στους υπόγειους δρόμους της τυχαιότητας. Που τίποτα δεν υπόσχεται μα παίρνει ότι κι αν της δώσεις με χαρά, το ρουφάει σε μια ατελείωτη δύνη σκηνικών χωρίς συνέχεια κι ύστερα το φτύνει, αφού χορτάσει, στην κανονικότητα μιας οποιασδήποτε μέρας. Δώς της χρόνο και θα σου φτύσει αλλαγή, δώς της χρήμα φαί, δουλειά, μια μέρα κάπου θα σε βγάλει μασημένο.

Όχι άλλες ματαιότητες! το φεγγάρι φωτίζει ακόμα για τους εραστές, εκείνους που ακόμα ψάχνουν, δημιουργούν αυτό που είναι και αναβλύζει από μέσα τους ο ατμός του χάους.

Η μουσική παίζει κάποιους ήχους της λατινικής αμερικής, πάνω από λούπες ηλεκτρονικές, μια σοφή φωνή μιλάει για την πίστη στην υπομονή, τον δρόμο, την σιωπή. Ανάμεσα στην αντιξοότητα, χάνοντας την πίστη στο αγνό καθώς η γυναικεία φωνή συνεχίζει να μιλάει κι εγώ σκέφτομαι μόνο αυτό που πιστεύω. Αυτό για το οποίο παλεύω κι όλα χάνονται πάλι, άλλη μια νέα αρχή μας κόβει την κλιμάκωση.

Ήχοι της ζούγκλας, αναμιγνύονται όμορφα μες το κεφάλι μου και το βάδισμα προχωράει αργά και απειλητικά με τις προσταγές ενός ταμπούρλου. Έχω ξαναβρεθεί εδώ, πριν πιστέψω πως κάτι θα μπορούσα να καταφέρω μόνος μου. Στα λόγια όμως των μεγάλων ‘ένας άντρας, δεν έχει καμία απολύτως γαμημένη ελπίδα μόνος του’.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

(Visited 108 times, 1 visits today)

One comment:

  1. εξαιρετικές εξομολογήσεις ενός περιπλανόμενου στην Αθήνα

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.