Ένα αισιόδοξο απόγεμα στα μέσα του Φλεβάρη

Ο ήλιος μια εμφανίζεται γυμνός,
μια κρύβεται πίσω απ’ τις γκρίζες και ροζ νεφέλες,
κι ο ουρανός παίρνει σιγά σιγά τα χρώματα της πτώσης –
το σκούρο μπλε, το κόκκινο,
το μαύρο.
Οι ανθρώποι περπατούν με τα μπουφάν και τα σακάκια τους,
κατεβαίνουν απ’ τα πεζοδρόμια και βαδίζουνε στους δρόμους,
κοιτάνε ψηλά, ήρεμοι,
σηκώνουνε τα χέρια
και φωνάζουνε,
φωνάζουνε ποιήματα της έκστασης,
τραγούδια χαράς και μέθης,
ψαλμούς σχεδόν θρησκευτικούς για την απρόσμενη ευτυχία
που τους έτυχε,
κι έπειτα συνεχίζουν την πορεία τους για κει που είναι να πάνε.

Φτάνω στο περίπτερο να πάρω χαρτάκια και φιλτράκια,
κι η κοπελία πίσω απ’ τα περιοδικά, τα πατατάκια και τα πούρα
μου χαμογελάει.
Είναι μια όμορφη κοπέλα,
με υγρά, γλυκά ματάκια και καστανόξανθες μπούκλες ακατάστατες,
έχει λίγο περίεργο, ομολογουμένως, στόμα,
και το χαμόγελο που βγάζει είναι τόσο χαρούμενο κι ειλικρινές,
τόσο ευγενικό, τόσο καλοσυνάτο,
τόσο γοητευτικό και τόσο πολύτιμα ωραίο,
που για μια στιγμή ο ήλιος αποκαλύπτεται απ’ τα σύννεφα
– για μια στιγμή μονάχα –
και ρίχνει τις αχτίδες πάνω της,
πάνω σ’ αυτήν και στο χαμόγελο της,
και τη φωτίζει,
και στα μάτια μου αντανακλάται εκείνη την ίδια τη στιγμή
η άνοιξη μες στην καρδιά του βροχερού Φλεβάρη,
η άνοιξη μέσα στο χαμόγελο αυτό που έμοιαζε να βγαίνει από κάποιο πανάρχαιο όνειρό μου.
Είχα πει στον εαυτό μου ότι μόλις έβλεπα την ομορφιά
αμέσως θα γραφα για κείνη –
και τώρα να μαι. Γράφω.
Για την ομορφιά εκείνης της άγνωστης κοπέλας στο περίπτερο,
για την ομορφιά εκείνου του χαμόγελου,
για την ομορφιά εκείνης της στιγμής που ήρθε,
που πέρασε και χάθηκε,
και δεν άφησε τίποτα πίσω της εκτός από μια λάμψη,
μια λάμψη που ακόμα λάμπει σαν χρυσάφι σε νερό,
σα φως,
σα φως αιώνιο και αρχέγονο,
φως της ζωής, της ελπίδας, της αλήθειας,
που μόνο για λίγο δίνει τη θέση του στο σκότος και τη νύχτα
κι έπειτα επανέρχεται δυνατότερο ακόμα.

Πέρασα ύστερα απ’ το φούρνο παραπέρα να πάρω έναν καφέ,
τα μάτια μου θολά ακόμα από τη λάμψη εκείνη που είδα,
τη λάμψη εκείνη που έζησα,
μάτια περιπλανώμενα σε περιπλανώμενες στιγμές,
στιγμές μικρές και τυχαίες και όμορφες,
και σε μια τέτοια στιγμή ένιωσα και κατάλαβα
πως τώρα και τα δικά μου χείλη κοιτούσαν προς τα πάνω,
ελάχιστα, ίσως ανεπαίσθητα, ίσως να μην το πρόσεξε κανένας,
ή ίσως και να τους φάνηκε περίεργο,
ένα τόσο μυστήριο και μικροσκοπικό χαμόγελο, χωρίς λόγο και αιτία,
που απλά, αμήχανα, να κάνανε πως δεν το πρόσεξαν, πως το αγνοήσαν,
μα για μένα ήταν αρκετό που το χα πάνω μου και το χα καταλάβει,
κι ο φούρναρης τότε κι αυτός
– ένας άγνωστος και συμπαθητικότατος γεράκος –
μου χαμογελάει,
χαμογελάει κι αυτός με βλέμμα πράο και καλό,
βλέμμα αυθεντικό κι ατόφιο κι έξυπνο,
ζεστό,
κι όπως μου δίνει τον καφέ μου και τα ρέστα μου
μου λέει περίμενε μισό λεπτό,
και βάζει σε μια χαρτοπετσέτα ένα κομμάτι φρέσκο κέικ
(μόλις που θα χε βγει απ’ το φούρνο),
μου το δίνει, μου λέει αυτό για σένα,
τον ευχαριστώ και μ’ αποχαιρετάει,
μου εύχεται καλή συνέχεια και να χω καλή τύχη.
Πήρα λίγο αργότερα εκείνη την ευχή,
την έκοψα προσεκτικά μ’ ένα ψαλίδι,
την ξέπλυνα με λίγο κρύο νερό,
την άφησα στο μπαλκόνι να στεγνώσει,
την έραψα σ’ ένα ξεφτισμένο κομμάτι ύφασμα
και την κρέμασα στον πιο μεγάλο τοίχο στο σαλόνι μου
για να τη βλέπω,
να θυμάμαι.
Σκέφτηκα τότε
πως την ψύχη μου θα πρέπει απλόχερα να την προσφέρω σ’ όλους,
ακόμα και σ’ αυτούς που δεν τη θέλουνε,
εγώ να τους τη δίνω,
κι έτσι μόνο θα καταφέρω μέσα σ’ έναν κόσμο με αμέτρητες ψυχές
να την κρατήσω ζωντανή κι αληθινή,
χαμογελαστή κι ωραία.
Σκέφτηκα
πως μόνο τότε θα μπορώ να πω,
να το φωνάξω σ’ όλους,
ότι αυτή η ψυχή η φωτεινή,
τόσο φωτεινή όσο κι όλες οι άλλες,
είναι δικιά μου,
είναι δικιά μου αυτή η χαρούμενη ψυχή,
είναι δικιά μου κι είμαι περήφανος για κείνη,
είναι δικιά μου και την αγαπάω,
την αγαπώ τόσο πολύ όσο και κάθε τι άλλο,
όσο κάθε γλυκιά στιγμή που κράτησα,
κάθε ευχή και μνήμη,
κάθε πρωινό φως που έφερε ο ήλιος μες απ’ τα παράθυρα,
κάθε σύννεφο και κάθε βροχή που μ’ έβρεξε,
κάθε αισιόδοξο απόγεμα που έφυγε έπειτα από τη δύση,
κάθε όνειρο που εμφανίστηκε αναίτια μες στον ύπνο μου,
κάθε χαμόγελο που καθρεφτίστηκε μες στα φτωχά μου μάτια –
κάθε τι που έχω ποτέ αγαπήσει.

Τώρα ο ήλιος έπεσε,
τώρα είναι που βγαίνει το φεγγάρι,
το φεγγάρι μικρούλι σα νυχάκι και άσπρο και λοξό,
το φεγγάρι που ναι τόσο θαυμάσιο απόψε.
Τώρα οι περαστικοί βρίσκονται πια εκεί που έπρεπε να πάνε,
έχουνε βγάλει τα μπουφάν και τις ζακέτες τους,
τα παπούτσια κι ό,τι άλλο τους βαραίνει,
και, ο καθένας χωριστά κι όμως όλοι συντονισμένα,
σηκώνουν ήρεμα τα χέρια τους ψηλά
στον ουρανό που έχει τώρα σκοτεινιάσει,
πέφτουνε στα γόνατα χαρούμενοι, χαρούμενες,
εκστασιασμένοι, τρελαμένοι, μεθυσμένοι,
γελαστοί, θερμοί, μοναδικά πανέμορφοι,
υπέροχοι μες στην κάθε στιγμή τους
και
τραγουδάνε
και
φωνάζουνε
και
φωνάζουμε
και
τραγουδάμε.

(Visited 82 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.