Αίνιγμα

Μακριά  εκεί.
Πέρα.
Σπασμένες πολυθρόνες
απ’ τη κατάχρηση της απουσίας.
Τυφλός δεν είμαι.
Τα όνειρα που ακούγονταν
να πέφτουν στο σκοτάδι
ήταν απ’ τη βρύση της ψυχής μου.
Κοίτα εγώ!
Κοίτα οι άνθρωποι!
Μαζεύτηκαν προς τα μέσα σα τα όστρακα που κλείνουν
στη παλίρροια.
Τους ανθρώπους δες.
Κάνανε το φως σκοτάδι.
Προς τα έξω βγες
Άνοιξε τα παράθυρα.

Το πιάνο έπαιζε μόνο του τη χαρούμενη μελωδία
του φθινοπώρου.
Ένα σύννεφο είχε εισέλθει αθόρυβα στο δωμάτιο
καθόταν στη σπασμένη πολυθρόνα και έκλαιγε.
Πήγα στο πιάνο με μια κιθάρα και το έσπασα
το σύννεφο χάθηκε μέσα απ’ τη κλειδαρότρυπα του δωματίου.

Μη σταματάς να γράφεις είπε η κοπέλα στο μπαρ.
Δε μπορώ να θαυμάσω τους ανθρώπους που φοβούνται.
Φοβάμαι.
Μη φοβάσαι, στο μυαλό σου χοροπηδούν τρεις αχινοί
και μουδιασμένοι χάνονται στο πέλαγος της φαντασίας.
Ξυπνάς.
Άλλη μια ανήσυχη νύχτα, μπροστά μια ήσυχη μέρα
κλειστά τα παντζούρια και τα γέλια, μόνο στις φωτογραφίες
που δε τράβηξες.

Ήταν καλοκαίρι τότε και προχώραγες στη θάλασσα
με κοίταγες και γελούσες.
Κινήσεις με χέρια σα σημαία ανθρώπινη πάνω στο κατάρτι
του σώματος.
Φώναξες.
Σταμάτησες.
Να γελάω σώπασα.
Ένας αχινός σου τρύπησε τη σάρκα.
Ένας ήλιος τρύπησε το μονοπάτι.
Μια αράχνη μπλέχτηκε στον ιστό της.
Ένας άνθρωπος χάθηκε στο μυαλό του.
Μια αγάπη… ;

(Visited 86 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.