Αναβολή

Άνθρωποι πληγιασμένοι./
Χτυπημένοι σαν σκυλιά/ ,κακοποιημένα από ανθρώπους ,/ κακοποιημένα σώματα /,και το χέρι που τα σημαδεύει ακόμα μια κακοποιημένη ψυχή. Μια ψυχή που μεγάλωσε ανάμεσα στη σκατίλα/ εσκεμμένα ή ίσως και τυχαία. Σώματα με ουλές και κοψίματα/ , και το χέρι που τα ατίμασε, να κουβαλάει μια ακόμα πονεμένη ψυχή,/ χαμένη μέσα στα μη και στα όχι .
Μια ψυχή μπερδεμένη /σαν την μέλισσα που δεν βρίσκει τη γύρη της και αρκείται σε ένα μπολάκι γεμάτο με ζάχαρη και νερό ,/ αφημένο σε μια γωνιά κάπου μακρυά από όλους και όλα /, και πλέον ξέρει πως/ σε αυτόν τον καινούργιο τρόπο ίσως να πρέπει να συνηθίσει πια να ζει.
Ψυχές γεμάτες,ψυχές αδειανές , μονόχρωμες , ψυχές χρωματιστές  . Ψυχές εκατομμύρια/ ,πονεμένες,/ τόσο που δεν μπορούν την γλύκα /, τόσο που ζητάνε παραπάνω πόνο, μηπως και νιώσουν τη χαρά,/ τόσο που ζητάνε πόνο κιαλλο μήπως και νιώσουν οικεία. Τόσο που όταν έρχεται η χαρά αδυνατούν να την πάρουν στα σοβαρά. 
Σώματα φτιαγμένα από χέρια που ενώνονται με άλλα σώματα,/ σώματα χαραγμένα από χέρια που φορτίο τους έχουν κι αυτά άλλες πονεμένες ψυχές/, που κι αυτές ακουν στο βάρος άλλων πονεμένων σωματων, κι αυτά το ίδιο χαραγμένα ή και περισσότερο,/ ή και λιγότερο/ ή απλά χαραγμένα το ίδιο βαθιά, αλλά απο διαφορετικό χερι.
Και όλα από κάτι να κουβαλάνε.
Και όλα από κάτι να τους πονάει, και όλα με κάτι να θέλουν να πονέσουν.
Και αν δεν πονέσουν σχεδόν ασφυκτυούν . Κι αν δεν πληγιάσουν σχεδόν υποφέρουν. Και αν δεν γεμίσουν τον πόνο τους με τον πόνο των άλλων, φορτώνονται οι ίδιοι με παραπάνω πόνο/ , με το πιο ανυπόφορο πόνο. ///
Και μετά νίωθεις ενοχές.
Και μετά σιωπή.
Και μετά μακάρι να ήταν ολα αλλιώς.
Και πάντα να αποφεύγεις να κοιταχτείς στον καθρέφτη.
Και όταν πέφτει το μάτι σου εκεί , να έχεις ήδη μια φτιαγμένη ιστορία για το ποιος είναι αυτός που στέκεται απέναντι σου.
Και κάθε μέρα ο πρωταγωνιστής να αλλάζει. Και κάθε μέρα παίρνεις τον ρόλο κάποιου άλλου.
Και κάθε μέρα να μπορείς να γίνεσαι ο οποιοσδήποτε εκτός απο εσενα.
Να σε κοιτάς στο καθρέφτη και να σε λυπάσαι.
Βρίσκεις μια μια τις πληγές του ανθρώπου που η μορφή του καθρεφτίζει μπροστά σου ,/ τις κοιτάς σαν να μην τις έχεις ξαναδεί ποτέ. Σα να μην τις ένιωσες ποτέ να τρυπάνε την ψυχή σου/ ,σα να μην σκουπισες ποτέ το αίμα που έτρεχε από αυτές. Σαν να μην ένιωσες ποτέ τα δάκρυα να κυλάνε στις άκρες των χειλιών σου παρακαλώντας να βρουν ένα τέλος. 
Κοιτάς τις επουλωμένες ουλές αναζητώντας καθε. μέρα. το σημερινό σου Εγώ.
Και ξαφνικά δεν είσαι κανείς.
Και ξαφνικά βγαίνεις έξω από το σώμα σου και φτάνεις κάπου να σε χαζεύεις από μακρυά. Και σωπαίνεις.

Ξαφνικα καταλαβαίνεις πως/ από εδώ έξω, είσαι όμορφος πολύ. Νιώθεις να σου λείπεις λίγο. Αναρωτιέσαι γιατί όταν είσαι μέσα σου γίνεσαι κάποιος άλλος, /θυμώνεις λίγο με εσένα,/ αλλά για ακόμα μια φορά σου κανεις τη χάρη και σκέφτεσαι κάτι άλλο να ξεχαστείς. Σε κοιτάς ξανά ./.η απόσταση ακόμα πιο μακρινή αυτη τη φορά,/ μα είσαι όμορφος πολύ. Ανοίγεις τα μάτια ,η μορφή σου μπροστά στον ίδιο καθρέφτη,/ κουρασμένος ίσως μπερδεμένος. Σήμερα θα είμαι Εγώ.  
Για όσο κρατήσει. Σήμερα θα σταθεις μπροστά στην ίδια σου την ψυχή, /θα κοιταχτεις στον καθρέφτη και θα δεις εσενα. Και θα πονέσεις πιο πολύ απο κάθε άλλη φορα . Θα πονέσεις πιο πολύ απ’οτι σε πόνεσε ποτέ ξένο χέρι,/ θα δακρύσεις πιο πολλα δακρυα από όλα τα δάκρυα που εχουν τρέξει ποτε πανω στο προσωπο σου. .Αποψε θα χαράξεις πληγές πάνω στις ηδη πληγές σου/ , και θα σκουπισεις το αίμα που τρέχει στο δερμα σου με τον πιο αβασταχτο πόνο που έχει ποτέ ξεσπάσει μέσα σου. Απόψε θα ζήσεις. Θα ζήσεις με τον οσο πόνο σου εχει απομείνει. Γιατι ειναι δικος σου, και παντα θα τον κουβαλας. Γιατι σου ανηκει και παντα θα τον καλωσορίζεις. Γιατι έφτυσες αίμα να τον αποδεχτείς και παντα θα τον αγαπάς.  Γιατι από ολα οσα μπορείς να γίνεις,/ επιλεγεις να γινεις Εσυ. Εγώ. Εμείς.
Άνθρωποι πληγιασμένοι σαν κακοποιημένα σκυλιά. Με σώματα ματωμένα που γερνάνε στο χρόνο και ψυχές πονεμένες που πάντα θα πετανε σαν αγρια πουλια . Ανθρωποι μονοι. (Μονοι) Με τις πληγές μας ανοιχτές,  να καίνε σαν λάβα/, ψυχές ματωμένες.Ψυχές που πονουν μα σφιγγουν τα δόντια και προχωρούν παρακάτω.  Ψυχές που δαγκώνουν στο περάσμα τους πριν προλάβουν να δαγκωθούν.
Ψυχές με πληγές επουλωμένες που δεν πονούν πια.. Ψυχες που δεν πονουν πια μα οσο περναει ο χρονος θα αντεχουν ολο και παραπανω. Ψυχες που δεν πονούν πια , μα πάντα θα θυμούνται. Ψυχες που δεν πονουν πια μα παντα θα υπάρχουν.

(Visited 15 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.