Γιάννης (παρτ I) : Ο Θεός κι η τύχη

 

Το φρούριο κοιτάει στην Τουρκία, ποίος ξέρει ποίοι να το έχτισαν, οι Γερμανοί, οι Ιταλοί? οι Άγγλοι? πολλοί πέρασαν απ΄ εδώ τον τελευταίο αιώνα, τώρα μένουν μονάχα κάτι ερείπια που να θυμίζουν εκείνες τις εποχές.

Ο κυρ Γιάννης τα έζησε αυτά πριν καν αποκτήσει στρατόπεδο το νησί. Ήταν εκπαιδευτής στις ομάδες Τ.Ε.Α, αρμόδιες να μένουν σε επαγρύπνηση για τις εξελίξεις του πολέμου.

Πόσους στρατιώτες είδε να περνάνε από το νησί ακόμα κι Αμερικάνους, τους είδε να προσγειώνουν τα πολεμικά αεροπλάνα για λίγες μέρες, να κλείνουν ολόκληρα ξενοδοχεία και οι ιδιοκτήτες να καλούν ίσα με 200 κοπέλες από την Αθήνα για να ευχαριστηθούν οι στρατιώτες.

Ο κυρ Γιάννης, νέος τότε, κατέβαινε καμιά φορά κάτω στην παραλία που ήταν τα ξενοδοχεία, μαζί με τον Ιάκωβο και έβλεπαν τους Αμερικάνους που τραβούσαν τις γυναίκες πέρα δώθε και αυτές χαμογελούσαν γιατί το παραδάκι ήταν τίμιο.

Πολλά έχουν αλλάξει από τότε, τώρα το νησί είναι κολαστήριο, λέει ο Γιάννης. Τώρα υπάρχουν τηλεοράσεις, ίντερνετ, κινητά. Τώρα τα κορίτσια βλέπουν τσόντες στην παραλία κάνοντας σκρολ ντάουν, έτσι του είπε ο Ιάκωβος που είδε τα δύο κορίτσια. Οι τουρίστριες κυκλοφορούν σχεδόν γυμνές, τότε για να δεις έστω την γάμπα των κοριτσιών έπρεπε να πας στην παραλία που έκαναν μπάνιο, να κρυφτείς πίσω από τις καλαμιές και να κοιτάς μπας και πάρει το μάτι σου λίγο μπουτάκι.

Στα 21 του ο Γιάννης πήγε για πρώτη φορά με κοπέλα, σε μπουρδέλο. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο εκείνη καθόταν στο κομοδίνο με ανοιχτά τα πόδια, το ένα ακουμπούσε στο κρεβάτι και το άλλο στο πάτωμα, η λάμπα από πίσω της έκανε την σκιά της να απλώνεται σε όλο το δωμάτιο. Μόλις γδύθηκε ο Γιάννης κοκάλωσε, δεν είχε δει ποτέ του γυναίκα γυμνή μπροστά του να τον καλεί στην αγκαλιά της ” Έλα Γιαννάκη μου, έλα αγάπη μου” , εκείνος όμως είχε μείνει κάγκελο, την πρώτη φορά δεν τα κατάφερε, “Μην ανησυχείς αγάπη μου είσαι αγχωμένος, έλα αύριο και την επόμενη μέρα μέχρι να σπάσει το άγχος”. Γύρισε σπίτι κατσουφιασμένος, μόλις ξάπλωσε στο κρεβάτι του ήρθε στο μυαλό η εικόνα της γυμνής γυναίκας και τότε του σηκώθηκε, μούτζωσε τον εαυτό του και πήγε για ύπνο.Την επόμενη μέρα πάλι τζίφος, την μεθεπόμενη πάλι τα ίδια, πέντα μέρες σερί χρειάστηκε να πάει ο Γιάννης για να ‘φάει επιτέλους σπαγγέτι.

Κατά τα άλλα ήταν άνθρωπος του θεού και σεβόταν τις αποχές και τις απαγορεύσεις. Από μικρός είχε μάθει καλούς τρόπους, τότε που το χωριό είχε μονάχα 3 καφενεία. Οι γονείς του έλεγαν ” Όταν κάνεις βόλτες και συναντάς κάποιον να λες καλημέρα, αν είναι πρωί, γεια σας αν είναι μεσημέρι και καλησπέρα αν είναι νύχτα”. Έτσι κι έκανε, περνούσε από τα καφενεία και χαιρετούσε τον κόσμο, ένα πρωί κάποιος καλοσυνάτος κύριος τον έπιασε και του είπε ” Γιαννάκη έλα ‘δω, είσαι καλό παιδί και χαμογελαστό να προσέχεις όμως, να μην πίνεις πολύ να μην πηγαίνεις με πολλές γυναίκες και ότι πρόβλημα έχεις να προσεύχεσαι στην Παναγία και αυτή θα σε βοηθήσει”. Πράγματι τον άκουσε μέχρι τα 80 του τον θυμάται ακόμα, κάθε φορά που περνάει από εκκλησία κάνει τον σταυρό του και αν έχει χρόνο ανάβει και ένα κεράκι. Αυτή την συμβουλή δίνει σε όλους ο Γιάννης “κάνε αυτό και η Παναγιά θα σε βοηθήσει”.

Χρόνια αργότερα όταν το νησί απέκτησε πια κανονικό στρατόπεδο, γέμισε στρατιώτες, ένας από αυτούς γνώρισε τον Γιάννη καθώς πέρναγε έξω από το σπίτι του ρωτώντας για φθηνά διαμερίσματα. Ο Γιάννης τον προσκάλεσε μέσα και του έβαλε φαγητό και νερό, του είπε πως τα δωμάτια στην πόλη είναι μακρυά και ακριβά αντίθετα μπορούσε να μείνει σε ένα δωματιάκι που είχε αυτός εκεί κοντά χωρίς αντάλλαγμα. Ο στρατιώτης δέχτηκε με μεγάλο θαυμασμό για την καλοκαρδοσύνη εκείνου του ανθρώπου. Πέρασαν πολλά βράδια μαζί συζητώντας, ο στρατιώτης ήταν ηλεκτρολόγος στο θέατρο Αθηνά και όπως ήταν φυσικό άκουγε τις συστάσεις του Γιάννη για τον σταυρό και την βοήθεια της Παναγίας. Ο καιρός πέρασε και ο στρατιώτης τελείωσε την θητεία του, ευχαρίστησε τον Γιάννη και έχοντας τις συμβουλές του κατά νου έφυγ για την Αθήνα δίνοντας την υπόσχεση πως θα ξανασυναντηθούν.

Έξι χρόνια αργότερα ο Γιάννης πήγαινε στους γονείς του που τον είχαν καλέσει για φαγητό, είχαν κάνει τηγανιτά σε φωτιά από ξύλα, το αγαπημένο του. Καθώς έτρωγε η μητέρα του τον φώναξε, είπε πως κάποιος τον ζητάει στην πόρτα. Ο Γιάννης βγήκε έξω και είδε έναν παχουλό άντρα με μούσια.

– Παρακαλώ?

– Ξεχνάς τους φίλους σου έτσι γρήγορα? είπε ο άντρας

Ο Γιάννης γούρλωσε τα μάτια, ήταν ο ίδιος στρατιώτης πριν από έξι χρόνια.

– Με θυμήθηκες τώρα? είπε ο στρατιώτης, Ηλίας στο όνομα.

Ο Γιάννης τον αγκάλιασε και τον φίλησε.

– Θυμάσαι που ήμουν ηλεκτρολόγος στο θέατρο στην Αθήνα? τώρα το αγόρασα το θέατρο κυρ Γιάννη, ποτέ δεν ξέχασα όσα μου είπες, έκανα τον σταυρό μου κι όποτε είχα χρόνο άναβα ένα κεράκι κι η Παναγία με βοήθησε κυρ Γιάννη έπιασα το τζόκερ. Τώρα ήμαστε σε περιοδεία με το θέατρο να έρθεις να μας δεις και φέρε και την οικογένεια σου.

Η έκπληξη του Γιάννη ήταν ασυγκράτητη, πήρε τα εισιτήρια για όλη την οικογένεια και φυσικά όλα ήταν δωρεάν γι’ αυτούς στον πολυτελές χώρο όπου γινόταν η παράσταση. Ο σερβιτόρος ερχόταν κάθε δέκα λεπτά να ρωτήσει αν θέλουν κάτι, φυσικά κερασμένα, τόσο που αναγκάστηκαν να πουν πως ήταν πλήρως ικανοποιημένοι και πως δεν χρειάζονταν τίποτα άλλο. Στο τέλος ο Γιάννης ευχαρίστησε τον Ηλία κι εκείνος είπε πως όλα τα χρωστούσε σ’ αυτόν, πως ήταν ο μόνος που του άνοιξε το σπίτι του και του πρόσφερε ένα ποτήρι νερό όταν το είχε ανάγκη.

Μερικά χρόνια αργότερα, οι δύο άντρες ξανασυναντήθηκαν, όταν το εγγονάκι του Γιάννη γεννήθηκε με μια σπάνια ασθένεια στο μάτι. Ο Γιάννης τηλεφώνησε στον Ηλία και εκείνος τους έκλεισε τον καλύτερο γιατρό στην Αθήνα. Τους πήγε από το λιμάνι στο ιατρείο και η μικρούλα γιατρεύτηκε πλήρως. Τώρα πια ο Ηλίας είχα παχύνει κι άλλο κι εκτός από το θέατρο είχε και κάμποσα μπουζουκτζίδικα, ωστόσο ποτέ δεν ξέχασε τον Γιάννη.

Η διήγηση του Γιάννη είχε κρατήσει αρκετή ώρα, ξαφνικά κοίταξε το ρολόι ήταν ώρα να φύγει, με ευχαρίστησε για την παρέα και μου συνέστησε να προσεύχομαι τακτικά και όποτε μπορώ να ανάβω και κανένα κεράκι στην Παναγία. Του είπα πως αν είναι να πιάσω το τζοκερ ανάβω και λαμπάδα, γέλασε.

– Και που ‘σε κοίτα να μην τραβάς πολλές μαλακίες. Όταν τελειώνεις βγάζεις περίπου 2000 πρωτείνες τις οποίες αν δεν έχεις πάρει από το φαγητό δύσκολα αναπληρώνεις, οπότε ποτέ ολίβε(μαλακία) το πρωί, πάντα απόγευμα μετά το φαγητό. Άντε πήγαινε τώρα και όπως είπαμε ε?

Χαμογέλασα και του είπα πως θα τα έχω κατά νου και πως μόλις έχω πάλι ρεπό θα πάω να τον βρω για να τα πούμε. Την επόμενη εβδομάδα πέρασα από το σταυροδρόμι, όπου τον είχα συναντήσει πριν ανεβώ στο φρούριο, ο Γιάννης δεν ήταν εκεί.

 

 

 

 

(Visited 60 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.