Για τη δυο φορές μαμά μου

Η γιαγιά μIMG-20160508-WA0000ου ήρθε και πάλι απόψε στον ύπνο μου. Την βλέπω αρκετά συχνά από τότε που μας την πήρε ο καρκίνος. Έρχεται ήσυχα ήσυχα, με τα δικά της απαλά και όμορφα βήματα να μου θυμίσει πόσο πολύ την αγαπούσα. Αυτή τη φορά ήξερα τι γίνεται στο όνειρο, ήταν όλα σχεδόν συνειδητά: μια από τις τελευταίες της βόλτες στον κήπο. Της άρεσε πολύ να την πηγαίνουμε βόλτα και πιο πολύ της άρεσαν τα τριαντάφυλλα ͘ νομίζω από εκείνη κληρονόμησα την αγάπη για τα λουλούδια. Η μητέρα μου πάντα θα της μάζευε τριαντάφυλλα όλων των αποχρώσεων,  λογιών λογιών άνθη και χορταρικά, βότανα και τσάι. Της τα πηγαίναμε να της δώσουμε ευωδιά στις τελευταίες στιγμές και να ξορκίσουμε το φόβο του θανάτου. Τα λουλούδια εξάλλου είναι ελπιδοφόροι της ζωής και της ομορφιάς της. Όλα εκτός από τα μωβ τριαντάφυλλα.

Ίσως γι αυτό και στο αποψινό όνειρο  πηγαίναμε βόλτα σε ένα μωβ κήπο με μεγάλα, ευωδιαστά τριαντάφυλλα. Εγώ την στήριζα από το χέρι μιας και στο τέλος ήταν τόσο εύθραυστη και αδύναμη που δεν ήταν δυνατό  να περπατά μόνη της. ‘C’est la dernière?’ μου ψιθύρισε σε άπταιστα γαλλικά και με έκανε άλλη μια φορά να σκεφτώ πόσα λίγα ήξερα για τη ζωή της μα ποτέ δε ρώτησα. Στο όνειρο ενώ ήξερα ότι φεύγει η γιαγιά, την κρατούσα από τη μέση και τα χέρια και πάσχιζα να την κάνω βόλτα, να την κρατήσω στη ζωή, της έδινα τα λουλούδια να τα μυρίσει, να τα πάρει μαζί της σπίτι στο κρεβάτι και να χαμογελάσει με αυτό το σοφό και γλυκό αιώνιο χαμόγελο.

Αλλά εκείνη δεν άντεξε αυτή τη φορά τη βόλτα μας στον κήπο, ήταν υπερβολικά κουραστικά και η ζέστη αποπνικτική σαν σύννεφο ζεστής ομίχλης, τόσο που άρχισα να βλέπω τη ζωή να ξεγλιστράει από μέσα της, έγινε πνοή που την τάραξε λίγο, την ταρακούνησε από μέσα και φάνηκε στο βλέμμα της ότι τώρα ξέρει τι γίνεται  ͘ μετακινήθηκε μέσα απ’ το στέρνο στο λαιμό της, στο λευκό και σακουλιασμένο αλλά ακόμη ευωδιαστό μάγουλο και βγήκε έξω στον κήπο, ταξίδεψε πάνω από όλα τα άνθη και έμεινε πάνω στο μοναδικό μωβ τριαντάφυλλο που της έδινα να μυρίσει.

Τα δάκρυα που άρχισαν να κυλούν στα μάγουλα μου με ξύπνησαν από το όνειρο μόνο όταν το μαξιλάρι μουσκεύτηκε και γέμισε με μια αλμυρή γεύση που με ενόχλησε λίγο μέσα στον ύπνο. Οι λυγμοί που συντάραζαν το στήθος μου έπαψαν μετά τη συνειδητοποίηση ότι βρίσκομαι στην πραγματικότητα, στο ζεστό κρεβάτι μου μακριά από μωβ κήπους και νεκρικές σιγές.

Συνειδητοποίησα μετά από μια ακατάλληλη περιήγηση στα κοινωνικά μίντια ότι σήμερα είναι η μέρα της μητέρας, και μια αφιέρωση στη γλυκιά γιαγιά μου φάνηκε ό,τι καταλληλότερο, μιας και όπως έλεγε κι εκείνη: oι γιαγιάδες μας είναι δυο φορές μητέρες μας.

Ξέρω ότι στο θάνατό της δεν ήμουν εκεί, τον έμαθα μέσω της σκληρής πραγματικότητας του Skype σε ένα σπίτι στη Νότια Βραζιλία, μέσα σε ένα χαρμόσυνο περιβάλλον με μουσική και χορό ένα καλοκαιρινό Χριστουγεννιάτικο πρωινό. Και γνωρίζω πως με ζητούσε αυτές τις τελευταίες στιγμές μα εγώ δεν ήμουν εκεί και η σάμπα συνέχιζε να παίζει απτό παλιό ραδιόφωνο και εγώ συνέχιζα  να χορεύω, ίσως γι αυτό με επισκέπτεται τόσο συχνά πια στον ύπνο μου. Αλλά ξέρω ότι ποτέ δε θα μου κρατούσε κακία, και η ίδια λάτρευε τη ζωή, το χορό και εννοείται, τα λουλούδια. Και κάθε φορά θα την ονειρεύομαι και η ανάμνηση δε θα σβήσει ποτέ, δε θα ξεδιαλύνουν τα χρώματα και οι μυρωδιές.

Το τριαντάφυλλο το κρατώ ακόμη μέσα σε ένα μεγάλο βιβλίο της βιβλιοθήκης μου. Αποξηραμένο, γεμάτο γνώση και σοφία, να μου θυμίζει τη γιαγιά και να μου δίνει δύναμη και αγάπη για τη ζωή και τους κήπους της.

(Visited 26 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.