Εκείνος που

Παράκουσε τις εντολές που του εδόθησαν
Και βρήκε γιατρειά μες το λικέρ
Ποιος ήταν ξέχασε και δεν τον ένοιαζε
Που του φόρτωσαν τα εγκλήματα του χάρου

Σαν είδε πως το χώμα ήταν νωπό
Και μύρισε μυρμήγκια και χορτάρι
Θυμήθηκε τις εντολές που είχε πάρει
Και άρχισε να κλαίει και να γελά

Το θέμα δεν ήταν ποιος του έδωσε εντολές
Ούτε να τις ακολουθήσει κατά γράμμα
Το θέμα ήταν να πιστέψει σε αυτές
Και να τις μετατρέψει σε αρχές, αξίες και κανόνες

Αφού συνήλθε απ’ τον κλαψιγελο και απέρριψε το μοχθηρό
Τότε ξεκίνησε να βλέπει τις συνδέσεις
Όλα συνδέονταν με ένα τρόπο μαγικό
Όλα του έδειχναν πως το καλό και το κακό είναι ένα

Δεν ήταν βασιλιάς με υπηκόους βατράχους
Ούτε ηγέτης με ακόλουθους μυρμήγκια
Ήταν ο άνθρωπος που μάζευε σκουπίδια
Ρακοσυλλέκτης μιας χαμένης εποχής

Όταν του ζήτησαν να μιλήσει για το πάθος
Τους είπε ξέφρενος, πώς όλοι κάνουν λάθος
Πώς ένας στους τρεις μόνο το γνώριζε αληθινά
Και το αστείο ήταν πως όλοι μαζί ήτανε τρεις

Όταν του έστειλαν λουλούδια και δωράκια
Τα πήρε με χαρά, χωρίς να πει ευχαριστώ
Μα δεν λυπήθηκαν εκείνοι δεν του χάλασαν χατήρι
Ήταν οι ίδιοι που του δίναν εντολές

Εκείνος πάντα και πότε δεν αναγνώριζε ανθρώπους
Ήταν σαν αίλουρος που μόνο σπίτια αναγνωρίζει
Και όταν του δώσουνε φαΐ θα φαΐ μαζί τους
Δεν ήταν σκύλος να γαβγίζει στο ψωμί τους

Τα χρόνια πέρναγαν σαν σφαίρες που σουβλίζουν το κοτσύφι
Σαν γουρουνάκια στο σφαγείο του χωριού
Δεν καταλάβαινε εκείνος χρόνο
Είχε ανακαλύψει το μυστικό του ταξιδιού

Καθώς μεγάλωνε και γίνονταν αυτός που θέλει να΄νε
Παρατηρούσε πως και οι άλλοι γύρω του πάνε
Παράλληλα με εκείνον η κάθετα σε αυτόν
Υπήρχαν και άλλοι βέβαια σαν είδωλα με ωραίο περιτύλιγμα

Σαν έφτασε η ώρα να αφήσει αυτούς τους τόπους
Και να αγαπήσει την αιωνιότητα του χάους
Τον πήρε ο ύπνος καταλαθος και καλά
Και έφυγε φυγόπονος και πονηρός συνάμα

(Visited 56 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.