Η δεξίωση

Η μέρα ήταν σκοτεινή, μουντή ενώ που και που έπεφταν μερικές σταγόνες βροχής. Και η διάθεση του ήταν μουντή σήμερα. Όχι δεν φταίει ο καιρός γιαυτό. Συχνά η διάθεση του δεν είναι η καλύτερη. Του φαινόταν ωραίο όμως όταν τύχαινε και συμβάδιζε με τον καιρό. Είχε κάποια δικαιολογία για τις ακεφιές του. Το δωμάτιο του ήταν σκοτεινό, αφού εδώ και μια εβδομάδα η λάμπα έχει καεί και το χώρο φωτίζει ένα μικρό αμπαζούρ. Κατά βάθος του άρεσει να ζεί στο ημίφως και γιαυτό δεν την αλλάζει. Ίσως είναι για αυτόν άλλη μια δικαιολογία… Σήμερα ήταν η δεξίωση. “Θα είναι μεγάλο πάρτυ”, σκέφτηκε. “Πρέπει να ντυθώ καλά, να επινοήσω λίγο κέφι και να ριχτώ στην αρένα των δημοσίων σχέσεων. Σήμερα θα είμαι πιο ομηλιτικός από τη προηγούμενη φορά”. Έβαλε μουσική, ένα ποτό και άρχισε η προετοιμασία του για τη δεξίωση. Όταν πλέον ήταν πνευματικά έτοιμος, ντύθηκε στη τρίχα κοιτάχτηκε στο καθρέφτη και έσκασε ένα ψεύτικο χαμόγελο. Το πρώτο για αυτό το βράδυ… Σε αυτή τη σκέψη τρομοκρατήθηκε. Φοβήθηκε μήπως συνιθίσει αυτό το ψεύτικο χαμόγελο και γίνει και αυτός ψεύτικος. Τελείωσε το ποτό του και χωρίς να βιάζεται ξεκίνησε για τη δεξίωση. Με μισή καρδιά έκλεισε τη πόρτα και βγήκε από το μικρό και ζεστό σπιτάκι του στον δρόμο. Ο δρόμος του φάνηκε πολύ αφιλόξενος και βαρετός, όπως άρμοζε στην περίσταση. Έφτασε στη πόρτα. Δίστασε, αλλά χτύπησε το κουδούνι προσπαθώντας να σβήσει την πλήξη από το πρόσωπο του.
Η πόρτα άνοιξε και ένας κοντούλης οικονόμος ξεπρόβαλλε χαμογελώντας στο φαρδύ μαύρο κουστούμι του. Μάλλον ήταν του προηγούμενου… Πάντως το ζεστό χαμόγελο του οικονόμου τον έκανε να νιώσει λίγο πιο άνετα. Μόλις διάβηκε το κατώφλι βρέθηκε μπροστά στο μεγάλο τραπέζι, οπού σχεδόν όλοι οι καλεσμένοι κάθονταν και εκλεπτυσμένα καταβρόχθιζαν εκλεκτά εδέσματα. Αμέσως τα βλέμματα έπεσαν πάνω του μιας και για άλλη μια φορά είχε αργήσει. Τώρα τα μάτια ήταν υπεροπτικά, ενώ του φάνηκε πως έκρυβαν και οίκτο πραγμα που τον εξόργιζε. Δεν ήταν πολύ αρεστός στους υπόλοιπους καλεσμένους, αφού κι αυτοί μπορούσαν να νιώσουν την αδιαφορία του. Ήταν αλήθεια πως προτιμούσε τη μοναξιά του από τη παρέα τους τις περισσότερες φορές. Γρήγορα-γρήγορα τους χαιρέτησε και προχώρησε προς το μπαρ. Εκεί ήταν καθισμένος ο οικοδεσπότης. Τον χαιρέτησε και του έσφιξε εγκάρδια το χέρι. Φανερά ενοχλημένος από την αργοπωρία του και ο οικοδεσπότης αρκέστηκε σε μερικές κουβέντες και απομακρύνθηκε. Ο οικονόμος του προσέφερε ποτό αλλά αυτός προτίμησε μια μπύρα που πήρε από το ψυγειάκι δίπλα του. Μετά από αρκετές βαρετές και άσκοπες συζητήσεις χρειάστηκε ένα τσιγάρο και μιας και κανείς δεν ήταν πρόθυμος να τον συνοδέψει βγήκε μόνος του. Ίσως να μην έψαξε και πολύ. Ίσως να μην έψαξε και καθόλου. Δεν έχει σημασία… Όταν συνειδητοποίησε ότι ήταν μόνος του, ανακουφίστηκε και έκατσε στην μεγάλη και αναπαυτική κούνια του κήπου. Άναψε το τσιγάρο του και ένιωσε πως σε κάθε κίνηση της κούνιας ξαλάφρωνε από τις προηγούμενες άβολες στιγμές… Επιτέλους ένιωθε άνετα και πάλι, παρέα με τη μοναξιά του.
Ξαφνικά, άκουσε τη μουσική να δυναμώνει και, όταν κοίταξε προς το σπίτι τα φώτα είχαν χαμηλώσει. Μπήκε μέσα και προς μεγάλη του έκπληξη το κλίμα είχε αλλάξει πολύ. Όλοι τώρα ήταν χαρούμενοι και τα πρόσωπα τους δεν ήταν τόσο ψεύτικα. Κάποιοι χορεύανε, κάποιοι λουζόντουσαν με σαμπάνιες, άλλοι έπαιζαν τοξοβολία με το ινδιάνικο τόξο που προηγουμένως κοσμούσε τον τοίχο ακριβώς πάνω από το τζάκι και ένας άλλος που συνήθως ήταν πολύ ήρεμος πέταγε αυγά και πιάτα στους τοίχους. Προσεκτικά πέρασε ανάμεσα από το πλήθος. Όσο προχωρούσε ένιωθε όλο και περισσότερο ότι οι καλεσμένοι τώρα είχαν αρχίσει να τον συμπαθούν. Του χαϊδεύαν τα μαλλιά, τον σκουντάγαν φιλικά και ο οικοδεσπότης που πριν τον κοίταξε τόσο υποτιμητικά έσπευσε να τον αγκαλιάσει και να του πει πόσο καλός και αληθινός άνθρωπος είναι. Άρχισε να νιώθει πως υπήρχε και μια επικοινωνία μεταξύ τους. Τώρα μπορούσε να δει λίγο από τις ψυχές τους, που τόσο επιδέξια έκρυβαν προηγουμένως. Κάποια στιγμή το βλέμμα του έπεσε στον οικονόμο. Του έκανε εντύπωση πως ήταν ακριβώς όπως πριν. “Μάλλον αυτός φταίει για όλα. Ευτυχώς που δεν πήρα ποτό”, μονολόγησε. Γύρισε για μια στιγμή γιατί κάποιος άρχισε να φωνάζει και όταν ξανακοίταξε προς τη μεριά που ήταν πριν ο οικονόμος, είχε εξαφανιστεί. Φανερά μπερδεμένος κατευθύνθηκε ξανά προς τον κήπο. Έκατσε στην ίδια ακριβώς θέση με πριν, άναψε το τσιγάρο του, έσπρωξε με τα πόδια του το έδαφος και ενώ κουνιόταν βυθίστηκε στις σκέψεις του.
Σηκώθηκε τρομαγμένος και πέταξε το τσίγαρο.   Άνοιξε τα ματια του. Η κάφτρα είχε φτάσει στα δάχτυλα του όσο κοιμόταν, και του χάρισε ένα μικρό έγκαυμα. Η κούνια ακόμα κουνιόταν ελαφρώς. Κοίταξε γύρω του και ήταν ακόμα μόνος του. Κανείς δεν είχε παρατηρήσει την απουσία του… Το σπίτι ήταν πάλι φωτισμένο και ίσα που ακουγόταν μια μελωδία. Σχεδόν ξημέρωνε και οι περισσότεροι έιχαν φύγει. Είχε κουραστεί να επικοινωνεί ασκόπως. Αφού χαιρέτησε τυπικά όσους είχαν μείνει πήρε το δρόμο της επιστροφής. Πλέον τίποτα δεν ήταν ίδιο αφού είχε δει λίγο από τις ψυχές τους και κατάλαβε ότι ο οίκτος στα μάτια τους ήταν, πρωτίστως,  για τους εαυτούς τους.
img007
(Visited 35 times, 1 visits today)

2 comments:

  1. Πολύ ωραίο φίλε μου θύμισε λίγο τον Σωσία του ντοστογιέφσκι . Απροσάρμοστος χαρακτήρας και απρόθυμος να συναντήσει τις προσδοκίες των άλλων .

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.