Η Πέρα Χώρα – Μέρος I

Τακτοποιήθηκε στην αξίας πολλών δολαρίων βίλλα του υπερπολυτελούς ξενοδοχείου και μη χάνοντας χρόνο πήδηξε στο ευρύχωρο ντους. Ανυπομονούσε για το απαλό χάδι του νερού που ξεχυνόταν ήδη από το ταβάνι. Στην αρχή ήταν κρύο κι ύστερα πολύ καυτό. Αφού το ρύθμισε περίπου στη μέση τα πράγματα είχαν αρχίσει να καλυτερεύουν και σε λίγο θα γίνονταν ακόμα καλύτερα. Από στιγμή σε στιγμή θα ερχόταν η κοπέλα για την οποία είχε κάνει όλη τη μανούρα με το πεντάστερο. Τυφλωμένος από τη χλιδή και τη ματαιοδοξία, πίστεψε πως σε κάποια προηγούμενη ζωή ήταν Μογγόλος αυτοκράτορας. Μάλιστα, ήταν αρκετά σίγουρος πως δεν ήταν άλλος από τον Μέγα Άγκμπαρ. Γρήγορα, όμως, θυμήθηκε τον ορθολογισμό που τον χαρακτήριζε καθ’ όλη την εξέχουσα ζωή του και συνήλθε. Στο μεταξύ ένα γλυκό χτύπημα ακούστηκε από τη πόρτα. Καθώς, πήγαινε ν’ ανοίξει, καρφώθηκε στο μυαλό του η ιδέα πως η βραδιά χρειαζόταν λίγη μουσική. Η σκέψη αυτή κράτησε τρεις στιγμές μέχρι που έπιασε το πόμολο. Με το που το γύρισε, όμως, όλα άρχισαν να σβήνουν. Μαζί και το πρόσωπο της κοπέλας που ποτέ δεν πρόλαβε να δει.

Ξύπνησε! Η μουσική τον ξάφνιασε. Το στερεοφωνικό λες και τον είχε ακούσει ενώ κοιμόταν, άρχισε να παίζει στη διαπασών. Σηκώθηκε μπερδεμένος, μη μπορώντας να καταλάβει που βρισκόταν και το έκλεισε. Ύστερα, πήγε στο σκοτεινό μπάνιο του σπιτιού του, ακροβάτησε πάνω από κάτι παλιόρουχα και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Αναρωτήθηκε αν ήταν κάποιου είδους προφήτης ή μάγος. Η αλήθεια είναι πως με τέτοια μούσια θύμιζε αρκετά βρώμικο περιπλανώμενο ερημίτη μάντη. Κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι του σαν να προσπαθεί να διώξει κάποια ενοχλητική μύγα. Πράγματι η εξήγηση ήταν πολύ απλή. Κάποια στιγμή έπιασε ίντερνετ το κινητό του και ξεκίνησε εκεί απ’ όπου είχε σταματήσει το προηγούμενο βράδυ.

Αυτό το συμβάν τον έκανε να καταλάβει από πρώτο χέρι κάτι από τον κόσμο των ονείρων. Τη στιγμή που άκουσε τη μουσική ξύπνησε. Παρόλα αυτά το υποσυνείδητο είχε χρόνο να επεξεργαστεί αυτή τη πληροφορία και να την εισάγει στο όνειρο. Δημιουργήθηκε έτσι μια διαφοράς φάσης μεταξύ ονειρικού και πραγματικού κόσμου. Σαν να ζούσε δύο παράλληλες ζωές ανεξάρτητες η μία από την άλλη. Τόσο που το όνειρο χρησιμοποίησε την πραγματικότητα για να επιβιώσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Ήδη ήξερε πως ο χρόνος στα όνειρα διαστέλλεται, αλλά δεν είχε συνειδητοποιήσει το βάθος του υποσυνείδητου του. Πόσα άραγε να είχε θάψει μέσα του τόσα χρόνια; Τελικά ίσως αυτό δεν είναι παρά η τελευταία δικλείδα ειλικρίνειας απέναντι στον εαυτό του . Η αλήθεια σίγουρα πρέπει να κρύβεται κάπου εκεί μέσα, παρόλο που ηθελημένα δε τη βλέπει.

Ολημερίς σκεφτόταν εκείνη τη μοναδική στιγμή που απέκτησε διάρκεια και του επέτρεψε να βιώσει δύο ζωές ταυτόχρονα. Τη μία με το μυαλό και την άλλη με το σώμα και τις αισθήσεις του. Αναρωτιόταν αν ήταν δυνατό να φτιαχτεί ένας τέτοιος κόσμος για μαζική κατανάλωση. Σκέφτηκε ένα προϊόν εικονικής πραγματικότητας τύπου Μάτριξ, αλλά το απέρριψε ως μια απάνθρωπη και αφύσικη κατάσταση. Ήθελε έναν κόσμο πιο αληθινό ακόμα και από την πραγματικότητα. Υλικό και ταυτόχρονα ελεύθερο, στον οποίο μόνο τα ένστικτα θα είχαν θέση. Μια παιδική χαρά εκτόνωσης που θα προσφέρει πραγματικές εμπειρίες και όχι τις ξεθωριασμένες αναμνήσεις των ονείρων. Ένας τέτοιος κόσμος θα ξελάφρωνε την κοινωνία. Όλα τα απωθημένα των δηλητηριασμένων και καταπιεσμένων ψυχών θα ξεσπούσαν εκεί, χωρίς να επηρεάζουν σε τίποτα την ροή της καθημερινότητας. Καυγάδες, πουτάνες, τζόγος, δολοφονίες, βιασμοί κι όλες οι ανθρώπινες διαστροφές θα έμεναν μέσα σε μια πραγματική ψευδαίσθηση. Εκεί όλα θα μπορούσαν να συμβούν φυσικά.

Αυτό ήταν! Σκέφτηκε ένα μεγάλο ιδιωτικό νησί, περίκλειστο μέσα σε μια γυάλα σαν κάτι παλιά πρες-παπιέ, ολοστρόγγυλα, διάφανα και λεία, που με χάρη απέτρεπαν τα χαρτιά απ’ το να σκορπιστούν στον αέρα. Ένα παραμύθι προστατευμένο απ’ τη μιζέρια. Εκεί το παρελθόν και το μέλλον δεν θα είχαν καμία απολύτως σημασία. Θα μπορούσαν να διαμορφωθούν όπως επιθυμεί ο καθένας. Να προγραμματιστούν καταλλήλως. Η ιστορία θα ξαναγραφόταν από την αρχή ξανά και ξανά. Μόνο το τώρα θα είχε νόημα. Ένα μυστικό καταφύγιο για κάθε καταπιεσμένο πολίτη. Κι όλα αυτά φυσικά με το αζημίωτο. Ποιος δε θα πλήρωνε για να πάει σ’ ένα εξωτικό θέρετρο και να ζήσει το παραμύθι των ονείρων του; Αυτή η ιδέα ήταν πολύτιμη. Θα του έδινε σίγουρα αμύθητα πλούτη και δόξα, ώσπου εν τέλει δεν θα είχε ανάγκη πια να ζει σε ψευδαισθήσεις. Θα έφτιαχνε τη πραγματικότητα όπως ακριβώς την ονειρευόταν.

(Visited 92 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.