Η Πέρα Χώρα – Μέρος II

Τον ιντρίγκαρε η Πέρα Χώρα. Σκοπός του δεν ήταν να γράψει απλά ένα ενημερωτικό άρθρο, όπως του υπέδειξε ο εκδότης του, αλλά να την αποκρυπτογραφήσει. Ήθελε να ανακαλύψει την επιρροή της πάνω στην ανθρώπινη ψυχολογία. H ιδέα προερχόταν από τον κόσμο των ονείρων. Στο νησί θα μπορούσε να ζήσει ένα όνειρο, με τη μόνη διαφορά πως θα ήταν πραγματικό. Μπήκε στο υποθαλάσσιο τραίνο και αφού βόλεψε τα υπάρχοντα του στο ράφι πάνω από τις καρέκλες, έκατσε δίπλα σ’ έναν παραμορφωμένο μονόχειρα. Απέναντι του βρισκόταν ένας γεροδεμένος μαύρος με χρυσή καδένα στο λαιμό, ενώ την τετράδα των αντικριστών θέσεων συμπλήρωνε ένας γεράκος με κίτρινα δόντια που εξείχαν σαν αρουραίου. Το βαγόνι ήταν κάτασπρο, ενώ πάνω από κάθε πόρτα αναγραφόταν με μεγάλα γράμματα πως όλες οι εμπειρίες έπρεπε να αρχίζουν και να τελειώνουν εντός του νησιού.

«Για πείτε μάγκες, τι πεδία διαλέξατε;», είπε προς όλους ο μονόχειρας.

«Εγώ είμαι εδώ για τις γυναίκες!», απάντησε ο μαύρος με αυτοπεποίθηση.

«Σπουδαία! Κι εγώ το ίδιο… Βέβαια πήγα κι ένα βήμα παραπέρα και γράφτηκα στο πεδίο φετιχισμού.  Βλέπεις κάποτε τα γκομενάκια με γουστάρανε. Μέχρι που έσκασε στα χέρια μου αυτή η αναθεματισμένη χειροβομβίδα. Οπότε είπα να πάω στα σίγουρα. Φυσικά, δε θα μπορούσα να παραλείψω το πεδίο ματαιοδοξίας. Κόστισε λίγο παραπάνω, αλλά αξίζω κι εγώ μερικές χαρές σ’ αυτή τη ζωή», απάντησε ο μονόχειρας.

«Ηλίθιος τρόπος να ξοδέψεις τα λεφτά σου. Εγώ ήρθα για τις σοβαρές εμπειρίες. Όχι για να ικανοποιήσω τις ρηχές σεξουαλικές μου ορμές, αλλά για να καταστρέψω, να εξουσιάσω και να διαπράξω τα χειρότερα εγκλήματα που μπορείτε να φανταστείτε», είπε σφυριχτά ο γηραιότερος.

Ο Κ… έμεινε σιωπηλός να κοιτάει το βαθύ σκοτάδι έξω απ’ το παράθυρο. Από την αντανάκλαση παρατήρησε πως οι συνταξιδιώτες του τον κοιτούσαν επίμονα, κάτι που τον γέμισε αμηχανία. Ευτυχώς κανείς τους δεν ξαναμίλησε έως ότου έφτασαν. Πήρε τη μικρή του βαλίτσα και βγήκε στην αποβάθρα. Τα πάντα, από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι ήταν και πάλι άσπρα, χωρίς αρμούς, με αποτέλεσμα το μέγεθος του χώρου να γίνεται απροσδιόριστο. Ύστερα από λίγα λεπτά περιπλάνησης μέσα στο άπειρο λευκό συνάντησε μια ξύλινη πορτούλα που έγραφε «Έρωτας και πάθη». Την έσπρωξε και βρέθηκε σε μια παραλία με μαύρη άμμο της κολάσεως και παραδεισένια τυρκουάζ νερά. Ακριβώς από πάνω υπήρχε ένα ξύλινο μπιτσόμπαρο. Εκεί ξεχώριζαν ανεβασμένες στη μπάρα κάποιες πρόστυχες κοπέλες, που χόρευαν σαν να επιδίδονται σε κάποιο ζωώδες ερωτικό κάλεσμα.

Παρήγγειλε μια παγωμένη μπύρα. Προσπάθησε να μιλήσει σε κάποιες, αλλά μάταια. Όλες θέλανε κοπάνημα. Σύντομα βαρέθηκε να λαμβάνει μέρος σ’ αυτό το μεγάλο στημένο ραντεβού-όργιο. Ήπιε την τελευταία γουλιά και έφυγε. Μέσα στη ζούγκλα ξεπρόβαλε ένα θεόρατο καζίνο που του τράβηξε το ενδιαφέρον. Δεν τον έπαιρνε να διαθέσει πολύ χρόνο τζογάροντας, αλλά κουτσά στραβά κέρδισε κάποια χρήματα. Αποφάσισε να μην προχωρήσει παρακάτω, μιας και οι ατραξιόν στην συνέχεια ήταν εξωτικά ναρκωτικά και πόρνες, θέματα για τα οποία δεν είχε σκοπό να γράψει στο επικείμενο άρθρο του.

Άνοιξε τη κόκκινη πορτούλα. Στο χωριό των φετίχ τα σπίτια ήταν μικρά και ζεστά. Διέθεταν σαλόνι, κουζίνα και κάμποσες κρεβατοκάμαρες. Ο Κ… επισκέφθηκε μερικές απ’ αυτές μέχρι που πλέον τα έντονα χρώματα στις βιτρίνες των μικρών καταστημάτων ανοχής ξεθώριασαν και οι κοπέλες που χόρευαν μέσα σ’ αυτές άρχισαν να προδίδουν θλίψη με την ακαμψία των κορμιών τους. Στο τέλος του μονοπατιού συνάντησε μια ιερή γιαπωνέζικη πύλη. Την πέρασε και βρέθηκε σ’ ένα πυκνό καταπράσινο δάσος. Συνάντησε μια λιμνούλα όπου ήταν μαζεμένες κάμποσες ημίγυμνες γυναίκες εξαιρετικής ομορφιάς. Του θύμισαν τις Δρυάδες και τις Ναϊάδες, για τις οποίες πρόσφατα είχε διαβάσει σ’ ένα βιβλίο μυθολογίας. Τις πλησίασε διστακτικά για να μην πάθει ότι και ο δύσμοιρος Ύλας, που μια καυλωμένη Νύμφη τον τράβηξε στο πάτο του ποταμού. Θέλησε να τους μιλήσει μα αυτές διασκορπίστηκαν πανικόβλητες. Μάλιστα κάποια κουλουριάστηκε κάτω από ένα δέντρο κοιτώντας τον στα μάτια φοβισμένη. Δεν θα ήταν πάνω από δεκατεσσάρων χρονών. Ο Κ… έσκυψε να την βοηθήσει, μιας και θα μπορούσε να είναι κόρη του. Αυτή ξέσπασε σε κλάματα με πρόστυχους λυγμούς. Μόλις συνειδητοποίησε πως δεν πρόκειται παρά για μια σκηνοθεσία που απευθυνόταν σε παιδεραστή αποτραβήχτηκε αηδιασμένος. Ξέχασε την ψευδαίσθηση των Νυμφών του δάσους και στο μυαλό του πλέον τριγυρνούσε η ιδέα ανώμαλων να γαμάνε ρομπότ. Δεν θα έπαιρνε άλλο μέρος  σ’ αυτήν τη φαρσοκωμωδία.

Βρέθηκε ξανά στον λευκό διάδρομο, κατευθυνόμενος αυτή τη φορά προς το πεδίο θανάτου. Μια μαύρη πόρτα σηματοδοτούσε την είσοδο. Πίσω της ένα αστικό περιβάλλον με ουρανοξύστες και τεράστιες διαφημιστικές οθόνες που έκρυβαν το φως του ήλιου για να διαφημίσουν προϊόντα. Παρ’ όλα αυτά, οι σκιές που έπεφταν στα στενά σοκάκια και στους ακάλυπτους θα έπρεπε να ήταν ιδανικές για έναν δολοφόνο. Ξάφνου ένιωσε ενα άγγιγμα στη πλάτη. Προς μεγάλη του ανακούφιση ήταν κάποιος φύλακας του πάρκου, που του έδωσε ένα χαρτί με τους κανόνες του πεδίου.

ΟΔΗΓΙΕΣ:

Όλοι οι επισκέπτες επιβάλλεται να φορούν πάντα άσπρα παπούτσια ώστε να είναι αναγνωρίσιμοι.

Απαγορεύεται οποιαδήποτε μορφή βίας από έναν επισκέπτη σε κάποιον άλλον.

Όλα παρακολουθούνται! Αποσπάσματα από το παιχνίδι μεταδίδονται στην τηλεόραση με τη συγκατάθεση των παικτών και το κοινό ψηφίζει τον αγαπημένο του δολοφόνο δίνοντας έξτρα πόντους.

Ο νικητής, κερδίζει το δικαίωμα να σκοτώσει έναν προλετάριο, χωρίς να υποστεί καμία συνέπεια απ’ το νόμο.

Ακολουθούσε ένας μακρύς κατάλογος εγκλημάτων. Ονόματα όπως Jack the ripper spree και Ted Bundy necrophilia βρίσκονταν ψηλά στην εν λόγω λίστα χαρίζοντας αρκετούς πόντους. Στο μεταξύ κάθε τόσο ξεσπούσαν κραυγές  σε διάφορες γωνιές της πόλης και περίεργοι με άσπρα παπούτσια καταδίωκαν ανδρείκελα. Αισθανόταν σαν πρόβατο στη σφαγή με τόσους αιμοδιψείς δολοφόνους γύρω του. Κάποια στιγμή παρατήρησε μια γνώριμη φιγούρα ενός ανθρωπάκου που έμοιαζε πολύ με σκαθάρι.

«Δεν βλέπεις ότι μου χαλάς το feeling αναθεματισμένε γυρολόγε… Ωχ!   Ο χαζός απ’ το τραίνο είσαι! Έτσι εξηγείται. Καλύτερα να φύγεις το συντομότερο από ‘δω μικρέ. Αυτό το μέρος δεν είναι για σένα…», είπε τρίβοντας τα χέρια του.

Ο Κ… δίχως να το καταλάβει είχε βρεθεί πίσω στον λευκό διάδρομο. Η καρδιά του χτυπούσε λες και μόλις είχε ξυπνήσει από εφιάλτη. Τα μικρά, διαπεραστικά μάτια του γέρου τον είχαν στοιχειώσει. Δεν μπορούσε να δεχτεί πως ο άνθρωπος είχε από μόνος του τη τάση να σκοτώνει. Αυτό του δημιουργούσε αμφιβολίες για την ανθρώπινη φύση. Γιατί άραγε υπάρχουν όλοι αυτοί που τρέφονται από εφιάλτες; Μήπως τελικά είναι θύματα και η βία τους επιβάλλεται από το προβληματικό υποσυνείδητο τους; Ίσως να μην μπορούσαν να κοιμηθούν καλά. Αλλά τα όνειρα είναι σχετικά. Κι ο εφιάλτης του ενός μπορεί κάλλιστα να είναι ένα πανέμορφο όνειρο για κάποιον άλλο.

Το νησί τον είχε πια κουράσει. Περπάτησε αργά προς την τέταρτη και τελευταία πόρτα, που ίσα-ίσα ξεχώριζε απ’ τον άσπρο τοίχο. Γινόταν αντιληπτή μόνο από τη σκιά που δημιουργούσαν οι χαραμάδες της και το περίτεχνο πόμολο που τη κοσμούσε. Την άνοιξε και αντίκρισε μια καυτή έρημο όπου στον υψηλότερο αμμόλοφο της βρισκόταν η πιο καλά οχυρωμένη Ακρόπολη που είχε ποτέ συναντήσει. Γύρω της απλώνονταν διάσπαρτοι οικισμοί, όπου κατοικούσαν ανδρείκελα. Στόχος των ανθρώπων ήταν να προσεταιριστούν όσο το δυνατόν περισσότερα και να επιτεθούν στην Ακρόπολη.

Λίγο παραπέρα εντόπισε μια μάχη για έναν οικισμό, που λόγω της παραγωγής βαρέων όπλων ήταν κομβικής σημασίας. Αν έμενε απλός παρατηρητής θα ήταν ασφαλής. Οι σφαίρες που χρησιμοποιούνταν αν και λαστιχένιες προκαλούσαν αρκετό πόνο, γι’ αυτό και προτίμησε να μην βρεθεί εντός των πυρών. Τα ανδρείκελα έπεφταν νεκρά το ένα μετά το άλλο. Το λεπτό τους δέρμα δεν ήταν αρκετό για να εμποδίσει τις σφαίρες. Αιμορραγούσαν και ξεψυχούσαν εντελώς ρεαλιστικά δίνοντας ευχαρίστηση στους πολεμοχαρείς επισκέπτες του πάρκου. Πίσω από ένα τζιπάκι ο Κ… διέκρινε τον μονόχειρα από το τραίνο. Κρατούσε ένα βαρύ πολυβόλο και γάζωνε τους εχθρούς αδιαφορώντας για τις σφαίρες που δεχόταν. Όπως ήταν αναμενόμενο κέρδισε εύκολα τη μάχη και κατέκτησε τον οικισμό.

«Χαίρεται σύντροφε. Ποιος καλός άνεμος σ’ έστειλε εδώ; Ετοιμαζόμαστε να εξαπολύσουμε επίθεση στην Ακρόπολη και χρειαζόμαστε πολεμιστές. Μόνο με ανδρείκελα δε κάνεις χαΐρι. Τι λες; Είσαι μέσα;» τον ρώτησε με περίσσιο ενθουσιασμό.

«Εεε, εντάξει… Γιατί όχι;» απάντησε αιφνιδιασμένος ο Κ…

«Τέλεια! Το ήξερα πως είσαι ξηγημένος. Μην ξεχνάς πως οι αντίπαλοι μας είναι δυνατοί. Κατέχουν την Ακρόπολη μέρες τώρα. Αλλά θα τα καταφέρουμε αν έχουμε πίστη ο ένας στον άλλον. Ζήτω οι κόκκινοι αετοί!», κραύγασε ο μονόχειρας.

Όλα αυτά φαίνονταν κάπως αστεία στον Κ… Οι υπόλοιποι, όμως, πίστευαν απόλυτα στο παραμύθι των ιπποτών με τ’ αυτόματα που έφτυναν καουτσούκ. Μόλις σκοτείνιασε όλα ήταν έτοιμα για την εισβολή. Μια διόλου ευκαταφρόνητη μάζα ανδρείκελων θα προσπαθούσε να ρίξει την μεγάλη πύλη σαν αντιπερισπασμός. Ο Κ… μαζί με τον μονόχειρα και κάποιους επίλεκτους, θα εισέβαλαν από ένα μυστικό ρήγμα στη πίσω πλευρά.

Πράγματι, μετά από τρεις ενέδρες, έφτασαν κοντά στο παλάτι στο οποίο αν έμπαιναν θα νικούσαν αυτομάτως και η εξουσία θα άλλαζε χέρια. Από τους συντρόφους του είχαν απομείνει μόνο εφτά άνθρωποι και τρία ανδρείκελα. Όλοι πλην του ηγέτη τους έδειχναν εξαντλημένοι. Με μια κραυγή ο μονόχειρας χίμηξε στην αυλή του παλατιού πυροβολώντας όποιον βρει μπροστά του. Οι άλλοι τον μιμήθηκαν αλλά γρήγορα έπεσαν στο έδαφος σφαδάζοντας και καλώντας απεγνωσμένα σε βοήθεια. Τελικά, ο μονόχειρας νικήθηκε μερικά σκαλιά πριν την είσοδο του παλατιού, χάνοντας την ευκαιρία να κατακτήσει την Ακρόπολη. Μερικές στιγμές αργότερα κατέφθασαν και τα ντρόουνς που τον απομάκρυναν μαζί με τους υπόλοιπους τραυματίες. Ο Κ… κρυβόταν πίσω από ένα μεγάλο βαρέλι απ’ το οποίο αν ξεπρόβαλε έστω και λίγο θα γινόταν στόχος δεκάδων λαστιχένιων σφαιρών. Είχε δύο επιλογές. Να παραδοθεί, που ήταν και το πιο λογικό, ή να δραπετεύσει. Κάτι τολμηρό, που όμως φάνταζε ιδανικό κλείσιμο για την εμπειρία του στο πάρκο. Σκεφτόταν μόνο την άσπρη πόρτα της εξόδου. Θα έφευγε με ψηλά το κεφάλι και όχι στα κρύα χέρια κάποιου ρομπότ.

Σε κοντινή απόσταση εντόπισε μερικά αλεξίπτωτα ακουμπισμένα στα τείχη. Άρπαξε τρέχοντας ένα απ’ αυτά αλλά στη προσπάθεια του δέχτηκε αρκετές σφαίρες. Σύρθηκε πίσω από ένα βαρέλι αγκομαχώντας. Μόλις ξαναβρήκε την ψυχραιμία του το φόρεσε. Είχε ξαναπέσει μ’ ένα τέτοιο και έμοιαζε σε καλή κατάσταση. Στη τελική και να μην άνοιγε απλώς θα έπεφτε στο νερό της τάφρου. Πήρε μια βαθιά ανάσα και πήδηξε στο κενό μέσα σε καταιγισμό πυρών. Τράβηξε τον ιμάντα και το αλεξίπτωτο φούσκωσε ακαριαία. Οι πυροβολισμοί σταμάτησαν. Κανείς δεν είχε την δικαιοδοσία να τον καταρρίψει κι έτσι απόλαυσε τη πτήση του. Εν τέλει, βγήκε περήφανος από το τελευταίο κομμάτι του πάρκου κι ας μην κατέκτησε την Ακρόπολη.

Η Πέρα Χώρα αποδείχθηκε μια εξωπραγματική εμπειρία. Του έδωσε πολύ περισσότερα απ’ ότι προσδοκούσε. Ήρθε πολλές φορές αντιμέτωπος με τον εαυτό του. Στο νησί ήταν αυθόρμητος, κάτι που σπάνια έκανε στη κανονική του ζωή. Εν τέλει, το όνειρο της Πέρα Χώρας αποδείχθηκε πιο αληθινό από την πραγματικότητα. Βέβαια, τώρα που ολοκληρώθηκε ανακουφίστηκε σε αντίθεση με τα πρωινά που ξυπνούσε και αναγκαζόταν να εγκαταλείψει τα όνειρα του.

Περπατώντας για άλλη μια φορά στον λευκό διάδρομο ένιωσε πως βρίσκεται στο υποσυνείδητο του. Πλέον ένα πράγμα είχε απομείνει. Να συναντήσει τον δημιουργό της Πέρα Χώρας και να κοιτάξει μέσα του…

(Visited 85 times, 1 visits today)

One comment:

  1. Simos fiction the best φερε και τριτο παρτ πλιζζζ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.