Η παράσταση αρχίζει…

Όλα έχουν οργανωθεί στην εντέλεια και φέτος. Τίποτα δεν αφήνεται στη τύχη. Πλέον αυτή η επετειακή παράσταση τραβά τα βλέμματα όχι μόνο της χώρας, αλλά και όλου του κόσμου. Οι συντελεστές της εδώ και καιρό προετοιμάζονται ώστε να παίξουν τέλεια το ρόλο τους.

Λίγες ώρες πριν αρχίσουν όλα, συγκεντρώνονται  και ετοιμάζονται. Τα κοστούμια τους κοστίζουν, αλλά αξίζει το κόπο μια τέτοια υπερπαραγωγή.

Κάποιοι που παίρνουν πολύ σοβαρά το ρόλο τους χρησιμοποιούν και ναρκωτικά, για να βγάλουν περισσότερο πάθος. Πλέον, δεν είναι πια οι εαυτοί τους. Τα βλέμματα τους είναι γεμάτα οργή, μίσος και σε κάποιες περιπτώσεις είναι ανατριχιαστικά, σαδιστικά. Γι  αυτό και η παράσταση έχει τόση επιτυχία εντός και εκτός συνόρων.

Επειδή μοιάζει πέρα για πέρα αληθινή… Όλοι οι πολίτες που δεν λαμβάνουν μέρος είναι καθηλωμένοι στις τηλεοράσεις τους και περιμένουν με ανυπομονησία να δουν τη πόλη που τόσο μισούν να καίγεται. Είναι μια εκτόνωση για αυτούς ακόμα και αν απλά παρακολουθούν και αφήνουν άλλους να κάνουν τη βρώμικη δουλειά.

Όπως είχε προβλεφθεί στις οχτώ και τέταρτο ακριβώς οι αστυνομικοί δημιούργησαν έναν κλοιό γύρω από τους διαδηλωτές που όλο και έσφιγγε μέχρι που εκτοξεύτηκε ένα μπουκάλι μπύρας και ,όπως ήταν κανονισμένο, προσγειώθηκε στην ασπίδα ενός ματά. Τότε δόθηκε το σύνθημα της μεγάλης κορύφωσης από τον σκηνοθέτη.

Σε αυτό το κομμάτι χωράνε και αυτοσχεδιασμοί αρκεί το γενικό πλάνο να μην εκτροχιαστεί εντελώς. Δακρυγόνα έκαναν αποπνικτική την ατμόσφαιρα. Παιδιά τρέχαν προς όλες τις κατευθύνσεις προσπαθώντας να φύγουν ή να τρυπώσουν σε γειτονικά κτήρια. Στο δρόμο υπήρχαν αίματα και διάφορα αντικείμενα, όπως παπούτσια,τσάντες, κινητά, πανό και σημαίες. Τότε κάποιος αστυνομικός παρασύρθηκε από το κλίμα και άρχισε να πυροβολεί στον αέρα. Ευτυχώς δεν είχαμε κάποιο περιστατικό “εξωστρακισμού”.

Όταν όλα τελείωσαν κάποιοι πήγαν στο τμήμα, κάποιοι στο νοσοκομείο και οι περισσότεροι σπίτια τους, όπου και κοιμήθηκαν περήφανοι και έχοντας καθαρή τη συνείδηση τους για τον αγώνα που έδωσαν σήμερα.

Ο Γιάννης κατάφερε και γύρισε σπίτι. Όμως, δεν ήταν από αυτούς που κοιμήθηκαν ήσυχα. Όταν έφτασε ήταν μόνος του. Το μόνο που βρήκε ήταν ένα πιάτο φαΐ και δίπλα ένα προχειρογραμμένο και φρέσκο σημείωμα.
“Γιε μου,
Είδα τι έγινε σήμερα και σπάραξε η καρδιά μου. Δεν αντέχω να σε παρακολουθώ ανήμπορη, να κινδυνεύεις. Πάω στο χωριό! Θα σε περιμένω εκεί. Να προσέχεις…”

Αλλά ούτε και ο Γιώργος κατάφερε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ. Ο αδερφός του, επίσης αστυνομικός, ήταν αυτός που πυροβόλησε στον αέρα. Μόλις το είδε αυτό ο Γιώργος, που εκείνη την ώρα ψέκαζε, τον άρπαξε και μαζί οπισθοχώρησαν μέσα στο πλήθος των αστυνομικών. Για το υπόλοιπο της βραδιάς ήταν και οι δύο μαγκωμένοι και δεν συμμετείχαν πολύ στο ξυλοφόρτωμα. Ο Γιώργος όμως είχε σχέδιο. Μόλις τελείωσαν όλα είπε στον αδερφό του να φύγει για το χωριό μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα. Μέχρι στιγμής δεν είχαν βρει ποιος πυροβόλησε και ο Γιώργος ελπίζει πως το θέμα θα ξεχαστεί και όλα θα επιστρέψουν στα φυσιολογικά.

Το επόμενο πρωί φυσικά το πρώτο θέμα συζήτησης ήταν η πορεία. Ο Γιώργος και ο Γιάννης ενώ έπιναν το καφέ τους έβαλαν να ακούσουν πως παρουσιάζονται τα χθεσινά επεισόδια. Μέσα σε όλα όμως, άκουσαν και μια περίεργη είδηση.
< ΚΤΕΛ για το νομό Μεσσηνίας συγκρούστηκε με διερχόμενο όχημα. Πέντε νεκροί, δεκάδες τραυματίες.>
Ταράχτηκαν από αυτή την είδηση και έτρεξαν στο τηλέφωνο, από το οποίο, έμαθαν τα δυσάρεστα. Έφυγαν βιαστικά για το νοσοκομείο…

Στην αίθουσα αναμονής της εντατικής, έτυχε να κάτσουν δίπλα δίπλα για να πιουν έναν καφέ. Είχαν πάνω κάτω την ίδια ηλικία και αυτό τους έκανε να νιώσουν πιο οικεία. Έπιασαν τη κουβέντα προσπαθώντας να βρουν παρηγοριά. Ενώ μιλάγανε και είχαν ξεχαστεί, βγήκε η νοσοκόμα και τους ανακοίνωσε πως σε δέκα λεπτά τελείωνε το επισκεπτήριο. Δεν είχαν καταλάβει πως πέρασε η ώρα. Τους ξελάφρωσε λίγο αυτή η συζήτηση. Χαιρετήθηκαν και μπήκαν να καληνυχτίσουν και τους δικούς τους.

Την επόμενη μέρα από νωρίς το πρωί συναντήθηκαν και πάλι στην εντατική. Αγκαλιαστήκαν σαν να ήταν χρόνια φίλοι. Σήμερα θα πέρναγαν πολλές ώρες μαζί. Ενώ μιλάγανε και γνωριζόντουσαν καλύτερα ο Γιώργος  εξομολογήθηκε τι έγινε με τον αδερφό του στη προχθεσινή πορεία και πως αυτός τον είχε στείλει στο χωριό. Ο Γιάννης πάγωσε και πλέον το πρόσωπο του Γιώργου, του φαινόταν αποκρουστικό. Έφυγε ξαφνικά για την τουαλέτα. Δεν ήθελε να φανεί αδύναμος μπροστά στον εχθρό. Η αηδία και ο θυμός ξεχείλιζαν από μέσα του.

Αφού έκανε εμετό, έκλεισε τα μάτια του και στηρίχθηκε στον τοίχο για να ηρεμήσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να καθαρίσει το μυαλό του. Κατά κάποιον τρόπο θεωρούσε και τον Γιώργο υπεύθυνο για ότι είχε συμβεί στη μάνα του.

Όσο πιο φυσικά γινόταν τον κάλεσε να πάνε για καμιά μπύρα. Μόλις μπήκαν σε ένα σκοτεινό σοκάκι ο Γιάννης έβγαλε το σουγιά και όρμησε με φόρα πάνω στον Γιώργο που δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Άρχισε να τον καρφώνει με μανία. Σταμάτησε μόνο όταν συνειδητοποίησε πως ο δρόμος είχε γεμίσει αίματα.

Ο Γιάννης συνήλθε και άνοιξε τρομαγμένος τα μάτια του. Είχε χαθεί στα άσχημα παιχνίδια του μυαλού του. Για μια στιγμή είχε νιώσει να χάνει τα λογικά του. Έπλυνε το πρόσωπο του και αφού συνήλθε κατευθύνθηκε και πάλι προς την αίθουσα αναμονής.

Ο Γιώργος καθόταν σκεπτικός στην ίδια θέση. Τον προσπέρασε χωρίς καν να τον κοιτάξει και κάθισε μόνος του στην άλλη μεριά της αίθουσας. Από τότε οι επισκέψεις στο νοσοκομείο έγιναν μονότονες και μοναχικές. Ο καθένας πια είχε το δικό του πρόβλημα να λύσει…

 

(Visited 45 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.