Καναπές της πιάτσας.

  

Η πόλη είναι γεμάτη ζωή. Μάζες του είδους
μας κινούνται άτακτα και μηχανικά ,προς όλες τις κατευθύνσεις της ,και σε όλες
τις διαστάσεις που μπορούμε να αντιληφθούμε. Η μουσική της πόλης ακολουθεί την
διαδικασία της επανάληψης συνήθως, και κάποιες φορές μοιάζει σαν μια ενοχλητικά
γνώριμη λούπα. Έχει την μυρωδιά του ιδρώτα των αγωνιστών και την γεύση των
απολαύσεων του εθισμένου.
  Έτσι σκεφτόταν η Ζωή όταν βρισκόταν στην
πόλη. Έβαζε τα χείλια της στο τζάμι του παραθύρου και φούσκωνε τα μαγουλά της
παρατηρώντας την γειτονιά . Όταν τύχαινε να διασταυρωθεί το βλέμμα της με
περαστικούς, ντρεπόταν και αντιδρούσε νευρικά κλείνοντας τις κουρτίνες . Δεν
ήταν αντικοινωνική , απλά θυμόταν ότι κάνει αυτή την γκριμάτσα. Μετά από λίγο
χτυπούσε το κουδούνι της.
           Έμενε σε ένα
γωνιακό διαμέρισμα της πιο ήσυχης διασταύρωσης στη γειτονιά. Από το παράθυρο
της μπορούσε να δει μόνο τα τριγύρω κτήρια και τον δρόμο. Καθόλου ορίζοντα, σαν
 λήψη της κάμερας παρακολούθησης του mini market που βρισκόταν από κάτω
της.
           Μια μέρα
συνηθισμένη λοιπόν, έγινε κάτι αναπάντεχο . Καθώς έπινε τη tequila της
καπνίζοντας μανιακά Marlboro lights, πρόσεξε ένα φορτηγάκι που πάρκαρε στο
απέναντι πεζοδρόμιο. Δυο τύποι  με κοστούμια βγήκαν και άφησαν  έναν
ασήκωτο καναπέ δίπλα από τους σκουπιδοτενεκέδες. Σηκώθηκε απότομα γιατί της
φάνηκαν γνώριμοι, αλλά μέχρι να τους αναγνωρίσει είχαν εξαφανιστεί. Παρατήρησε
τον καναπέ. Ήταν γκρι με  γκρι μαξιλάρια , αρκετά παλιός , όμως
καλοδιατηρημένος και χωρούσε δυο με τρία άτομα. Σκέφτηκε ότι θα ήταν πιο
αναπαυτικός από τον δικό της και τότε χτύπησε το κουδούνι.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε και ο καναπές ήταν
ακόμη εκεί. Πάνω στον καναπέ κοιμόταν κουκουλωμένος ένας γέρος. Η Ζωή παραξενεύτηκε
. Οι μέρες περνούσαν με τον καναπέ να παραμένει και να προσαρμόζεται όλο και
περισσότερο με το περιβάλλον. Διάφοροι άνθρωποι αλληλεπιδρούσαν με τον καναπέ.
Κάποιοι επωφελούνταν μόνο με την βασική του λειτουργική αξία άλλοι τον
χρησιμοποιούσαν ως κοινό σημείο συνάντησης ενώ μερικοί τον διεκδικούσαν κιόλας.
Οι πιο συνηθισμένες καταστάσεις ήταν με τύπους που κάνανε περίεργες συναλλαγές
η με προκλητικές γυναίκες που περίμεναν απροκάλυπτα μέχρις ότου να τις μαζέψει
κάποιος.
Ο καναπές είχε μετατραπεί σε ένα δημοφιλές
σημείο αναφοράς για τον υπόκοσμο της γειτονιάς της Ζωής και όχι μόνο. Έγινε ένα
αντικείμενο άκρως ελκυστικό για αχόρταγα υποκείμενα, που οριοθετούσε έναν χώρο
για περιθωριακά στοιχεία της κοινωνίας. Όπως σε κάποιες πλατείες και σε άλλους
δημόσιους χώρους είναι όλη η φτωχοναρκωτικοκοινότητα στη γύρα, η ακόμη σαν τις
γάτες που είναι μαζεμένες γύρω από τους σκουπιδοτενεκέδες έτσι ήταν
συγκεντρωμένοι όλοι οι εθισμένοι γείτονες της Ζωής, γνωστοί και φίλοι,  γύρω
από τον καναπέ.
Η Ζωή είχε ενοχληθεί με την ύπαρξη του
καναπέ. Το κουδούνι της χτυπούσε πολύ σπάνια πλέον ενώ έξω από το παράθυρο της
επικρατούσε συνεχώς φασαρία και συνωστισμός. Πήρε την απόφαση να αγωνιστεί για
να μπορέσει να επιβιώσει μέσα σε αυτό το ανταγωνιστικό κλίμα που τριγύριζε την
διασταύρωση της. Έτσι ένα απόγευμα  , βρήκε την ευκαιρία όταν είδε άδειο
τον καναπέ. Βγήκε από το διαμέρισμα της μπήκε στο mini market πήρε τον φίλο της
και με την βοήθεια του μετέφεραν τον καναπέ στο διαμέρισμα της.
Έπειτα από λίγες ημέρες όλα επέστρεψαν
στους φυσιολογικούς τους ρυθμούς. Η διασταύρωση καθάρισε και η γειτονιά
ξαναβρήκε το χρώμα της. Η Ζωή βολεύτηκε με την ρουτίνα της. Μπορούσε πάλι να
πίνει αλκοόλ και να καπνίζει ασταμάτητα , χαζεύοντας έξω από το παράθυρο όμως
αυτή τη φορά καθόταν αναπαυτικά. Τουλάχιστον μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι της!





(Visited 15 times, 1 visits today)

One comment:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.