Κανόνες

Τους συνάντησε τυχαία στην πλατεία. Εκείνη είχε πιει ήδη τρία ποτήρια κρασί και κρατούσε άλλο ένα μπουκάλι στα χέρια της. Ξεκίνησε να λέει τα νέα της και έστριψε ένα τσιγάρο. Πολλά πράγματα τους έφερναν κοντά, αλλά πιο πολύ οι άνθρωποι που δεν ήθελαν να πλησιάσουν. Εκείνη δεν τους πλησίασε πολύ, όμως ήθελε να είναι συνέχεια μαζί τους. Μπορούσαν να κλαίνε ή να γελάνε για την ίδια αιτία. Μπορούσαν να παίζουν. Μπορούσαν ακόμη και να μην μιλάνε. Θα έπρεπε να είναι ευτυχισμένη.
Το μπουκάλι τελείωσε και πήγε σπίτι τους. Ευλαβικά παρατημένα πράγματα δημιουργούσαν εμπόδια στον δρόμο της. Στα δωμάτια δεξιά και αριστερά απ’ την σκάλα κρεβάτια άστρωτα και σεντόνια που έπρεπε να αλλαχτούν. Δίπλα στον νεροχύτη πλυμένος ένας σωρός με πιάτα. Ο καθένας πλένει το πιάτο του. Κανόνας. Στο σαλόνι 3 μεγάλοι καναπέδες με λερωμένα καλύμματα και στις βιβλιοθήκες τα απομεινάρια χρόνων. Και σκοτάδι. Μόνο λιγοστό απροσδιόριστης προέλευσης φως. Ούτε λάμπες ούτε τίποτα. Εκείνη βρήκε την θέση στην άκρη ενός καναπέ. Δίπλα της εκείνος με μια μαύρη σκισμένη βερμούδα και μια γκρι μπλούζα. Εγώ θα τον έντυνα αλλιώς, σκέφτηκε. Άλλο ένα τσιγάρο ήρθε στα χέρια της. Ήπιε και είπε ευχαριστώ. Κανόνας. Δεν ήξερε αν ήθελε ή όχι. Δεν είχε καν σημασία. Είχε βυθιστεί στον καναπέ και στην ζαλάδα της. Ανίκανη να σηκωθεί, θα γινόταν χώμα να την πατήσουν. Είχε δοθεί ολοκληρωτικά, χωρίς να ξέρει σε τι.  Θα σπαταλούσε την ζωή της. Ένα βράδυ ακόμη. Θα βασανιζόταν. Δικός της ο λογαριασμός.
Χωρίς αμφιβολία ήταν η αναποφάσιστη εκείνη στιγμή μεταξύ της νύχτας που πεθαίνει και της τελευταίας ώρας που δεν έχει έρθει ακόμα στο τέλος της. Έφυγαν σαν ξένοι στο ίδιο όχημα. Και ό, τι ακολούθησε ήταν λαχανιασμένο και άβολο.

(Visited 22 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.