Λευτεριά στ’ανείπωτα πουλιά

 Η πληγή μου καίει,
ακόμη πονά
μικρό παιδί που τα βράδια κλαίει,
θυμώνει μονάχη, μα το πρωί σιωπά

Η πληγή μου εκεί, πηγή τώρα πια,
να κλείσει δεν ξέρει, δεν ψάχνει γιατρειά,
ατέρμονα αναβλίζει, καημούς ψιθυρίζει,
γάργαρα τρέχει, τη περιπλανώμενη ψυχή μου ξεδιψά

Μα είν’ το νερό της αλμυρό, της καίει τα σωθικά
Πίνει το πικρό ποτό της, κι ακόμη μια φορά
Πιότερο τη δίψα φέρνει, πιότερο το αγκάθι στην καρδιά
Τρυπά, ξεσπά και γέρνει, μονάχη ξανά και ξανά

Ψυχή μου γενναία, ολάκερη, πιστή
Πως να σου πάρω το πιο στερνό σου παιδί?
Σε ποιόν πλεξούδες τώρα θα πλέκεις..
Ποιανού τα μαλλιά θα χαϊδεύεις..?
Μια που τα χέρια σου άλλον δρόμο δεν ξέρουν
Χάθηκαν στους δικούς του και γυρισμό δεν θέλουν

Ψυχή μου γάργαρη, αναβλίζεις κόκκινο κρασί,
Μεθάς μονάχη, το παιδί σου δεν είναι πια εκεί
Ένας ίσκιος ήταν, ένα φως αστραφτερό
Ένα παιδί χαμένο, χωρίς σφυγμό από καιρό
και κάθε σκέψη του ένας λυγμός
ένας ξεψυχισμένος αναστεναγμός

Γυρεύεις τη λήθη σε χώρα μακρινή,
μα ειν’ αβάσταχτη η απόσταση αυτή
κι όσο κι αν φεύγεις και τρέχεις μακριά
η μορφή του πάλι εκεί, περιμένει στωικά
Ψάχνει τρόπο από την νάρκη της να βγει
τα παγωμένα φτερά να απλώσει, να πετάξει, να σωθεί

(Visited 204 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.