Λευτεριά στ’ανείπωτα πουλιά

 Η πληγή μου καίει,
ακόμη πονά
μικρό παιδί που τα βράδια κλαίει,
θυμώνει μονάχη, μα το πρωί σιωπά

Η πληγή μου εκεί, πηγή πια,
να κλέισει δεν ξέρει, δεν ψάχνει γιατριά,
ατέρμονα αναβλίζει, γάργαρα τρέχει
τη περιπλανώμενη ψυχή μου ξεδιψά

Μα είν’ το νερό της αλμυρό
Της καίει τα σωθικά
Πίνει το πικρό ποτό της
Ξανά δεν ξεδιψά

Πιότερο τη δίψα φέρνει
Πιότερο το αγκάθι στην καρδιά
Τρυπά, ξεσπά και γέρνει
Μονάχη γι’ακόμη μια φορά

Ψυχή μου γενναία, ολάκερη, πιστή
Πως να σου πάρω το πιό στερνό σου παιδί?
Σε ποιόν πλεξούδες θα πλέκεις..
Ποιανού τα μαλλιά θα χαιδεύεις..?

Τωρα που τα χέρια σου άλλον δρόμο δεν ξέρουν
Χάθηκαν στους δικούς του και γυρισμό δεν θέλουν

Ψυχή μου γάργαρη, αναβλίζεις κόκκινο κρασί,
Μεθάς μονάχη, το παιδί σου δεν είναι πια εκεί
Ένας ίσκιος ήταν, ένα φώς αστραφτερό
Ένα παιδί χαμένο, χωρίς σφυγμό απο καιρό

Γυρεύεις τη λήθη σε χωρα μακρινή,
Κι είν’αβάσταχτη η απόσταση αυτή
Όσο και αν φεύγεις και τρέχεις μακριά
είναι η σκέψη του ακόμα εκεί, περιμένει στωικά

Είναι κάθε του σκέψη ένας λυγμός
ένας ξεψυχισμένος αναστεναγμός
Ψαχνεί τρόπο απο την νάρκη του να βγεί
τα παγωμένα φτερά να απλώσει, να πετάξει, να σωθεί

(Visited 96 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.