Κάποιος γιορτινός περίπατος…

Άλλη μια λούπα 365 εικοσιτετράωρων φτάνει στο τέλος της. Η πολυαναμενόμενη σύντομη γιορτή καταναλωτικής αγάπης και συμπόνοιας έφτασε. Η Μαίρη σκέφτεται αν θα ξοδέψει την άδεια της για ένα κρύο τριήμερο σε κάποιο ορεινό χωριό ή στην χριστουγεννιάτικη ετεροτοπία του σπιτιού της. Κάπως πρέπει να εγκλιματιστεί. Γύρω της σπίτια στολισμένα με φτηνιάρικες φωτεινές γιρλάντες ή ακριβούς κρυστάλλους ανάλογα με το κοινωνικό τους στάτους, μαγαζιά στολισμένα, δρόμοι στολισμένοι, άνθρωποι στολισμένοι. Στους δρόμους κίνηση, πιστωτικές κάρτες, αυξημένα ωράρια, χαρά, εκμετάλλευση, ζαχαρωτά, αγάπη, απογοήτευση, Αγιοβασίληδες, δώρα, Ρούντολφ, σέλφις… Ο Μεσσίας σώζει και φέτος την οικονομία.

Το θλιβερό σπίτι της Μαίρης, όμως, σε τίποτα δε θύμιζε γιορτή. Σκουπίδια και έπιπλα υπήρχαν σκόρπια στο σαλόνι. Οι τοίχοι σε πολλά σημεία είχαν μουχλιάσει και μια πυκνή στρώση σκόνης κάλυπτε κάθε γωνιά του σπιτιού. Το μπάνιο δεν αποτελούσε εξαίρεση. Το σιφόνι του νιπτήρα είχε φράξει με τρίχες και μύξες, ενώ υπολείμματα από τον χθεσινοβραδινό της εμετό είχαν ξεμείνει στο πάτωμα και στη λεκάνη. Η Μαίρη έριξε μια ματιά τριγύρω. Σκέφτηκε πως αυτό το χάλι ευθύνεται για την απαίσια διάθεση που έχει τελευταία. Ή μήπως το αντίστροφο; Όπως και να ‘χει αποφάσισε πως θα βάλει σε μια τάξη όλη την ακαταστασία γύρω και μέσα της μέχρι το καινούριο χρόνο. Θα έκλεινε καλά το 2166 ακόμα και αν ήταν μια από τις χειρότερες χρονιές που είχε. Όχι όμως τώρα. Τώρα ένιωθε να ασφυκτιά και μια ακατανίκητη παρόρμηση την έσπρωξε στη πόρτα. Βγήκε έξω χωρίς κάποιο σκοπό. Απλά γιατί θα ήταν καλύτερο, απ’ το να μην το κάνει.

Καθώς περπατούσε συνάντησε γυναίκες, γενικά όμορφες, να τριγυρνούν με ελαφριού περιεχομένου ογκώδεις τσάντες. Οι τράπεζες ήταν ασφυκτικά γεμάτες και οι φούρνοι λανσάρουν τους πρώτους φετινούς κουραμπιέδες. Και στο βάθος η πλατεία, που προσπάθησε να κρύψει ξανά τη μιζέρια της, με μια αστεία χριστουγεννιάτικη φορεσιά. Μικρά ξύλινα σπιτάκια στήθηκαν αντικριστά κατά μήκος της, συνοδευμένα από γλάστρες με ελατάκια και κόκκινα λουλούδια, ξύλινα γραφικά παγκάκια, περίεργους διακοσμητικούς χιονάνθρωπους και κόκκινους ψυχεδελικούς αμανίτες με άσπρες βούλες. Μια άκρως σουρεαλιστική όψη για μια πλατεία που συνήθως θυμίζει μεσαιωνικό απαγχονιστήριο. Και στο κέντρο δεσπόζει ένα έλατο ίσα με 15 μέτρα, να κοιτάει νωχελικά τη πόλη ενώ ξεψυχάει. Βίαια ξεριζώθηκε για να στολίσει τη ξερή και βρώμικη πλατεία. Άθλιο μέρος για να πεθάνει ένα έλατο. Ένας αργός και βασανιστικός θάνατος πριν τον τεμαχισμό και την αποτέφρωση του κορμού του. Δημόσιο θέαμα αυτός ο φόνος, που σε όλα του θυμίζει τη σταύρωση του Χριστού. Μόνο που αντί για ακάνθινο στεφάνι, το εξιλαστήριο θύμα έχει στη κορυφή ένα αστέρι. Τα αγκάθια δεν ταιριάζουν στα Χριστούγεννα. Όπως και να ‘χει το σκηνικό είναι ιδανικό για τους εθισμένους στη κατανάλωση πολίτες που προσελκύονται από κάθε είδους θέαμα το οποίο πρόχειρα στήνεται προς τέρψη της ψυχής τους. Αναμφίβολα αγαπημένο μέρος για εγωιστικές αυτοφωτογραφήσεις, όσο κι αν αυτές δεν εναρμονίζονται με το πνεύμα των ημερών.

Παρακινημένη απ’ το πλήθος ανθρώπων, που συνέρρεαν για μια φωτογραφία κάτω απ’ το δέντρο κι ένα αναμνηστικό γλειφιτζούρι απ’ τα ξύλινα μαγαζάκια, η Μαίρη έκατσε σε ένα παγκάκι να καπνίσει. Καθώς παρατηρούσε τους περαστικούς το μυαλό της έτρεχε. Σκαρφιζόταν στα γρήγορα μια ιστορία για τον καθένα. Στη πιο ακραία και απαισιόδοξη εκδοχή της. Στα μάτια της ένα τσούρμο από αυτοματοποιημένα δίποδα με ελάχιστες αποκλίσεις συμπεριφοράς. Η ίδια έμοιαζε αόρατη ανάμεσα τους. Μπορεί απλά έτσι να της φαινόταν, ώστε να νιώσει λίγο καλύτερα με τον εαυτό της. Άλλωστε κι αυτή στο ίδιο καζάνι έβραζε. Ποια να ήταν άραγε η δική της χειρότερη εκδοχή;

“Μήπως μπορείς να μου στρίψεις ένα τσιγάρο; Είναι για τη μαμά μου…” της είπε με ενθουσιασμό ένα γυφτάκι, τραβώντας την απότομα από τις σκέψεις της.

“Για τη μαμά σου ε; Πήγαινε με στη μαμά σου και θα της δώσω αν μου λες αλήθεια…” του απάντησε η Μαίρη που δεν ήθελε με τίποτα να βοηθήσει ένα δεκατριάχρονο να αρχίσει το κάπνισμα.

“Εντάξει… Πάμε!” αναφώνησε κοφτά ο μικρός.

Η Μαίρη τον ακολούθησε μέχρι την άκρη της πλατείας όπου τα κτήρια έκαναν μια εσοχή δημιουργώντας κάτι σαν στοά. Εκεί πράγματι καθόταν μια γυναίκα που ο μικρός αποκαλούσε μαμά.

“Θέλετε τσιγάρο;” τη ρώτησε η Μαίρη.

Η τσιγγάνα της έγνεψε καταφατικά. Τα διαπεραστικά πράσινα, ολοστρόγγυλα μάτια της κάρφωσαν τη Μαίρη. Ήταν πάνω κάτω στην ηλικία της αλλά είχε κάτι πολύ ξεχωριστό. Στα γρήγορα της έστριψε ένα τσιγάρο. Αυτή το πήρε και  της έγνεψε κουρασμένα και αδιάφορα.

“Σε περιμέναμε! Πέρασε μέσα…” της είπε η τσιγγάνα δείχνοντας τη πόρτα ακριβώς πίσω της.

Η Μαίρη σάστισε. Αλλά πως μπορούσε να αρνηθεί. Είχε μαγευτεί από αυτή τη γυναίκα. Η φωνή και η αύρα της είχαν κάτι τόσο γαλήνιο που αμέσως κέρδισε την εμπιστοσύνη της. Άλλωστε, έπρεπε να θρέψει και την έμφυτη περιέργεια της για το τι έκρυβε αυτή η πόρτα. Την έσπρωξε διστακτικά και μπήκε μέσα. Τρεις νεαροί καθόντουσαν στα σκαλιά και ένας εξ αυτών την οδήγησε μπροστά σε έναν ασυνήθιστο άντρα. Φορούσε κουστούμι και όλα πάνω του ήταν κομψά. Καθόταν σ’ ένα γραφειάκι και διάβαζε. Μόλις αυτή μπήκε, πετάχτηκε από τη θέση του και την υποδέχτηκε με ένα πλατύ χαμόγελο. Η Μαίρη, μες στην  αμηχανία της, τον μιμήθηκε και χαμογέλασε.

“Καλώς ήρθατε. Χαιρόμαστε πολύ που δεχτήκατε να λάβετε μέρος στο πρόγραμμα μας. Φυσικά θα ανταμειφθείτε και με το παραπάνω. Στο ποσό που έχει συμφωνηθεί ήδη, θα προστεθούν και κάποια μπόνους επιτυχίας που ανέρχονται στο 30% της αμοιβής σας δηλαδή εκατό χιλιάρικα”.

Η Μαίρη όταν άκουσε το νούμερο πάγωσε. Είχε να νιώσει έτσι από παιδάκι. Τότε που πίστευε ακόμα στον Άι Βασίλη  και στο δώρο των Χριστουγέννων. Η σύμβαση ότι αν ένα παιδί είναι υπάκουο θα ανταμειφθεί. Ήταν η ευκαιρία της ζωής της. Έπρεπε να το παίξει καλά.

“Μπορείτε να μου διευκρινίσετε τι ακριβώς πρέπει να κάνω;” του είπε όσο πιο φυσικά μπορούσε.

“Μα φυσικά ότι κάνετε πάντα… Τι ερώτηση είναι αυτή; Περάστε στο πρώτο όροφο και εκεί θα εξηγηθούν όλα λεπτομερώς”.

Η Μαίρη τα είχε χαμένα. Δεν μπορούσε να φύγει. Με αυτά τα λεφτά δεν θα χρειαζόταν να ξαναδουλέψει ποτέ. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ανέβηκε τη σκάλα. Πάνω ήταν σκοτεινά και στο βάθος ξεχώριζαν καμιά δεκαριά δωμάτια-κουτιά παρατεταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο.

“Γεια σας, θα πρέπει να είστε η νέα εθελοντής. Ευτυχώς που ήρθατε γιατί λόγω των ημερών υπάρχει έντονο φόρτο εργασίας. Αυτό που πρέπει να κάνετε είναι πολύ απλό. Αυτά τα δωμάτια είναι απολύτως ηχομονωμένα. Το δικό σας είναι το νούμερο 5. Μέσα υπάρχει ένα περίστροφο και 6 ντουζίνες σφαίρες. Η συνολική διάρκεια εργασίας σας θα είναι 5 ώρες. Κατά τη διάρκεια αυτών θα βάζετε στο περίστροφο μέχρι 3 σφαίρες, ανάλογα με το τι αναγράφεται στην οθόνη, για να ρυθμίζονται οι αποδόσεις ανάλογα. Θα γυρνάτε τον περιστρεφόμενο κύλινδρο μερικές φορές και μετά θα πυροβολείται τον παίκτη. Τα στοιχήματα είναι λάιβ και γι’ αυτό δεν θα πρέπει να πυροβολήσετε πριν ανάψει το πράσινο φως. Η διαδικασία θα βιντεοσκοπείται συνεχώς, αλλά το πρόσωπο σας δεν θα φαίνεται. Ανεξάρτητα από το πόσους θα σκοτώσετε η αμοιβή σας παραμένει η ίδια. Παρακαλώ περάστε…”, της είπε ένας αποστεωμένος γεράκος που θύμιζε τον ίδιο το χάρο.

Η Μαίρη πάγωσε. Δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά της. Πως μπορούσαν να της ζητήσουν κάτι τέτοιο; Δεν είχε πυροβολήσει ποτέ, πόσο μάλλον σκοτώσει, αλλά τι άλλη επιλογή είχε; Εδώ που έφτασε δεν υπήρχε επιστροφή. Καθώς περπατούσε προς το θάλαμο νούμερο 5 άκουσε να βροντάει δυνατά η κάτω πόρτα. Κάποιες γυναικείες φωνές και μετά τίποτα. Η Μαίρη ζήτησε να πάει στο μπάνιο. Ο γεράκος κατσούφιασε αλλά δεν μπορούσε να της αρνηθεί παρόλο που η διαδικασία είχε ήδη καθυστερήσει. Η Μαίρη κλειδώθηκε μέσα για κάμποση ώρα. Τελικά, μάζεψε ότι δύναμη της είχε απομείνει και βγήκε αποφασισμένη να ξεπαστρέψει μερικές άγνωστες ζωές για να σώσει τη δική της. Μόλις βγήκε από το μπάνιο την περίμεναν ο ένας εκ των νεαρών, μια γυναίκα με παγερό βλέμμα και ο κομψός κύριος από πριν. Φαινόντουσαν όλοι πολύ αναστατωμένοι. Ο νεαρός της έπιασε τα χέρια και την ακινητοποίησε. Στη συνέχεια την έδεσε σε μια καρέκλα ενώ οι άλλοι δύο κάτι ψιθύριζαν.

“Ποια είσαι;” της είπε μετά από λίγο ο κομψός κύριος.

“Ονομάζομαι Μαίρη Χρίστματς. Βρέθηκα εδώ τυχαία…”

“Χμμ… στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή!” πρόσθεσε η μυστηριώδης γυναίκα.

“Δεν μπορούμε να την αφήσουμε να φύγει. Είμαι σίγουρος πως κανείς δε ξέρει πως είναι εδώ. Nα τη βάλουμε να παίξει!” ψιθύρισε ο κομψός άντρας στη γυναίκα πριν κάτσει δίπλα στη Μαίρη.

“Άκουσε Μαίρη… Η αμοιβή που σου προσφέρθηκε ισχύει ακόμα, αν παίξεις μαζί μας. Θα παίξεις 3 φορές και αν νικήσεις θα φύγεις ζωντανή και πλούσια. Η προσφορά δεν είναι διαπραγματεύσιμη ούτε μπορείς να την αρνηθείς γιατί τότε απλά θα σε σκοτώσουμε, κάτι από το οποίο δεν θα βγει κανείς κερδισμένος. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να υπογράψεις ότι παίζεις με δική σου θέληση και να είσαι τυχερή…” της είπε στοργικά.

Δεν  μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της και με τρεμάμενο χέρι υπέγραψε τα χαρτιά. Η διαδικασία προχώρησε και η Μαιρούλα βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο κι ένα περίστροφο να την σημαδεύει. Η γυναίκα απέναντι της χαμογελούσε σαδιστικά. Τράβηξε τη σκανδάλη και ένα κλικ έσπασε την βαριά σιωπή. Η μυστηριώδης γυναίκα το χαιρόταν. Πρόσθεσε, αργά, δύο ακόμη σφαίρες στο κύλινδρο και τον γύρισε. Το πράσινο φως άναψε και άλλο ένα κλικ ακολούθησε.

Πριν από τον τρίτο και τελευταίο γύρο προηγήθηκε για στοιχηματικούς λόγους ένα διάλειμμα, ιδιαίτερα βασανιστικό για τη Μαίρη. Τώρα οι πιθανότητες της θα είναι 50-50. Ο Χριστουγεννιάτικος περίπατος της, πήρε περίεργη τροπή. Νοστάλγησε τις καθιερωμένες, χαρμόσυνες βόλτες με την οικογένεια της όταν ήταν μικρή. Τόσο προβλέψιμες και ανέμελες μέσα στη ρηχότητα τους. Η ψυχή της γέμιζε με την κατ’ επίφαση χαρά των γύρω της. Μέχρι που μεγάλωσε και κατάλαβε την απάτη. Και τώρα οι επιλογές της, την είχαν φέρει σε θέση να παίξει κορώνα γράμματα τη ζωή της. Τι είναι προτιμότερο άραγε, ο φυσικός ή ο εγκεφαλικός θάνατος; Γιατί να απέτυχε πάνω της το καπιταλιστικό σχολείο; Σ’ αυτήν την όμορφη γιορτινή βραδιά θα έπρεπε να ψωνίζει στριγγάκια και επετειακά δώρα κι όχι να είναι αντιμέτωπη με την κάνη ενός περίστροφου. Τουλάχιστον αν επιβιώσει θα γίνει πλούσια και θα μπορεί του χρόνου να ψωνίσει όσο τραβάει η ψυχή της. Όπως παλιά… Τότε που αγόραζαν κάστανα, αεροπλανάκια και μαλλί της γριάς από πλανόδιους και παιδάκια ακριβώς σαν κι αυτό που την οδήγησε εδώ. Οι φτωχοί πουλούν αυτά που δε χρειάζονται πολύ και οι πλούσιοι αγοράζουν αυτά που δε χρειάζονται καθόλου. Είναι νόμος της φύσης της αγοράς. Τώρα η Μαίρη ετοιμάζεται να πουλήσει την όχι και τόσο χρήσιμη  ζωή της, σε ανθρώπους που καθόλου δεν ενδιαφέρονται για αυτήν πέραν από τον κορεσμό της αρρωστημένης διασκέδασης τους. Η ώρα έφτασε. Οι 3 σφαίρες μπήκαν στον κύλινδρο. Η γυναίκα τον γύρισε μερικές φορές και το πράσινο φως άναψε.

“Μαίρη… Χριστούγεννα! Τι δώρο θες φέτος;” της είπε η μυστηριώδης γυναίκα και τράβηξε τη σκανδάλη. Μια σφαίρα 9 χιλιοστών και 10 γραμμαρίων σφηνώθηκε ανάμεσα στα μάτια της Μαίρης Χρίστματς, που ξεψύχησε προτού καν προλάβει να σβήσει ο  ο απόηχος του κρότου του πυροβολισμού.

*εμπνευσμένο από την ταινία Tzameti 13.

 

(Visited 128 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.