Μηχανική ευαισθησία

Ένα μπούγιο είχε μαζευτεί γύρω από μια συστάδα καθισμάτων στο τέλος της αποβάθρας. Ανήσυχα επιφωνήματα ενισχυμένα από την ακουστική του χώρου σκορπούσαν άγχος. Ξέσπασε πανικός! Άνθρωποι φουριόζοι και περίεργοι έτρεχαν προς την αναμπουμπούλα για να ικανοποιήσουν βουλημικά την έμφυτη περιέργεια τους. Αυτά τα αναπάντεχα είναι που κρατάνε τη πόλη σε εγρήγορση. Πάντα χρησιμοποιώντας σαν λιπαντικό το χρήμα. Και κανείς δε βαριέται… Όλοι τρέχουν  χαρούμενοι, υπνωτισμένοι. Δυο παιδιά με έσπρωξαν καθώς με προσπερνούσαν. Δεν είπαν τίποτα. Ο ένας φώναζε με ενθουσιασμό ότι κάποιος πέθανε. Πλησίασα! Φτάνοντας είδα ασπροφορεμένους να απομακρύνουν τον κόσμο. Ακριβώς πίσω τους, κάποιοι μπλε που θύμιζαν ανθρώπους, περιέφραζαν με ριγέ πορτοκαλομαύρες κορδέλες τον τόπο του εγκλήματος. Ένας δημοσιογράφος προσπάθησε να πάρει μια φωτογραφία. Θα έβγαζε πολλά λεφτά αλλά ένας ψηλός μπλε του έσπασε τη κάμερα και καταλάθος τη μύτη. Τα γυαλιστερά πλακάκια πλημμύρισαν αίμα και φρίκη. Παιδάκια να κλαίνε και ανήμπορες μανάδες σε αδράνεια. Κοιτούσαν όλοι  παγωμένοι το αποτρόπαιο θέαμα. Ωμή σαγηνευτική βία. Όρνεα που τρέφονται από το πόνο οι άνθρωποι. Ή τουλάχιστον ό,τι έχει μείνει απ’ αυτούς. Στήθια μουδιασμένα, ψυχές λαίμαργες και σκοτεινές.

Ησυχία! Πλέον τα μάτια συνήθισαν το θέαμα. Μετά το σοκ, θρήνος. Κάποια σπασμωδικά κλάματα έκαναν την ατμόσφαιρα πιο βαριά. Αυτή μόνη της, γυμνή απέναντι στα βλέμματα. Αβοήθητη. Νεκρή! Η πλάτη της ακουμπισμένη άγαρμπα στο τοίχο· τα πόδια της χυμένα στο πάτωμα. Τα μπράτσα της εντελώς στραπατσαρισμένα. Ολόκληρος ο σκελετός σπασμένος. Σπουδαίο θέαμα. Το σώμα της γεμάτο τρύπες από τις οποίες φαινόταν ο τοίχος. Είχε βιαστεί επανειλημμένα πριν ξεψυχήσει. Το κεφάλι της δεν υπήρχε πουθενά. Σαν να μην το είχε ποτέ. Ίσως την είχα συνηθίσει ακέφαλη. Το απρόσωπο μάλλον έκανε την κατάσταση πιο υποφερτή. Ο σοβάς πίσω της είχε σπάσει από την μανία του δράστη. Δεν τη σεβάστηκε καθόλου. Είχε ξελαφρώσει τόσους κουρασμένους ταξιδιώτες με τη θαλπωρή του κορμιού της. Ήταν γνωστή στη γειτονιά. Δεν είχε πει σε κανέναν όχι. Πάντα εκεί, ακούραστη να προσφέρει τις υπηρεσίες της. Αλλά η ζωή είναι σκληρή με τη καλοσύνη. Ήταν όμορφη έλεγαν κάποιοι. Αυτό ήταν που την σκότωσε. Τα μπλε ανθρωποειδή εξοπλισμένα με μέταλλα, έκαναν έναν κλοιό γύρω από το διαλυμένο σώμα της. Κάποιος από το πλήθος προσπάθησε να την αγκαλιάσει. Αμέσως έπεσε κάτω από έναν κοκάκια, που μετά  του έδεσε τα χέρια. Κατέφτασαν κι οι συντηρητές του σταθμού κουβαλώντας ψηλά παραβάν. Τα ανάρτησαν γύρω της. Αυτά έγραφαν με μεγάλα μαύρα γράμματα «ΔΗΜΟΣ». Από μακριά ακούστηκε το τρένο να έρχεται. Όλοι ανακουφίστηκαν που ο Δήμος ήταν ξανά εκεί για αυτούς. Γύρισαν προς το τρένο και συνέχισαν τις ζωές τους. Ήταν πολύτιμα γρανάζια για να σταματήσουν να κινούνται. Μόλις η αποβάθρα άδειασε κάποιος κουβάλησε ένα μεγάλο πριόνι. Το πριόνι μούγκρισε για μια στιγμή. Ακολούθησε ένας άλλος με μια ολοκαίνουρια καρέκλα. Μέσα σε λίγα λεπτά η νέα καρέκλα είχε αντικαταστήσει τη βανδαλισμένη παλιά. Τίποτα δε μαρτυρούσε το τι είχε συμβεί. Η λογική κυριαρχούσε. Άδειες καρέκλες σε ομάδες των πέντε. Χωρίς παραφωνίες· όλα κανονικά…

(Visited 35 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.