Μια άλλη εποχή

Άνοιξα την καγκελόπορτα της αυλής. Ήταν περίπου 7μίση η ώρα το απόγευμα. Παρόλο που δεν το είχαμε κανονίσει με περίμενε και είχε βάλει ήδη νερό στον βραστήρα για δύο. Ήταν πάντα πολύ τυπικός με τις ώρες και μάλλον είχα δεσμευτεί να πηγαίνω εκεί κάθε απόγευμα μετά την θάλασσα. Εκείνη την μέρα είχε καθίσει στο τραπέζι. Συνήθως τον έβρισκα να διαβάζει την εφημερίδα του στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο με θέα τις πανέμορφες βουκαμβίλιες που είχε στην αυλή του. Κάθισα και εγώ δίπλα του. Πριν προλάβω να τον χαιρετήσω, ξεκίνησε να μου μιλάει. Μου είπε πρώτα για τον παππού μου πόσο τον πρόσεχε και πως έφτασε στο σημείο να πυροβολήσει τον πατέρα τους γιατί δεν έδιωχνε την γυναίκα που δεν τον μεγάλωνε καλά και τον έδερνε. Μόνο που η σφαίρα δεν πέτυχε την καρδιά, αλλά τον ώμο του. Μου είπε για την γυναίκα του πόσο την αγαπούσε και πως όταν την γνώρισε στο συνοικέσιο πριν 53 χρόνια ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Μου είπε για τον γιο του πως μετά το ατύχημα του έμειναν όλα εκείνα τα κουσούρια και το τικ και πως ντρέπεται ακόμα και σήμερα να πάει στην πλατεία του χωριού αφού δεν σκότωσε εκείνον που ξεφτίλισε τον γιο του στο καφενείο πριν 28 χρόνια, που τον ξεμπρόστιασε και δεν ήταν εκείνος εκεί να τον υπερασπιστεί. Ναι, 28 χρόνια δεν έχει πάει στην πλατεία του χωριού και συγκεκριμένα δεν έχει βγει από εκείνη την πόρτα που άνοιξα εγώ σήμερα για να μπω μέσα, επειδή δεν σκότωσε εκείνον τον άνθρωπο.
Μέτα από 4 ώρες της ιστορίας της ζωής του, έφυγα. Τόσο ήθελε για να μου διηγηθεί όλα όσα εκείνος ήθελε για την ζωή του. Προσπαθούσε να μου μεταδώσει τα πάντα. Ακόμα και τον ψίθυρο αν γινόταν. Σκεφτόμουνα ότι ίσως να υπερβάλει. Να μην θυμάται τα πάντα και μετά από τόσα χρόνια να έχουν μπερδευτεί οι σκέψεις και οι αναμνήσεις μέσα στο μυαλό του. Άλλα ίσως καμιά φορά να μην πειράζει να αλλάξεις λίγο τα πράγματα αρκεί κάποια πράγματα να ειπωθούν έτσι όπως ακριβώς έγιναν. Τα υπόλοιπα απλά μπορούν να ειπωθούν.
Η χρονολογία που το ατσάλι χαράζει στην πέτρα και που καταχωρίζεται στα βιβλία της ενορίας είναι πολύ μεταγενέστερη του θανάτου μας. Είμαστε πεθαμένοι όταν τίποτα δεν μας αγγίζει, τίποτα – ούτε μια λέξη, ούτε μια επιθυμία, ούτε μια ανάμνηση. Και εκείνος δεν ήταν πεθαμένος- το ξέρω. Και ίσως όλα αυτά να έγιναν για να έχει μια πει μια ιστορία στο τέλος. Ποιος ξέρει;

(Visited 20 times, 1 visits today)

One comment:

  1. Μου θύμισε από το 100 χρόνια μοναξιά μια γυναίκα που δεν ξαναβγήκε απο το σπίτι μετά την δολοφονία του άντρα της , μόνο που όταν κάποιος έμπαινε σπίτι τον σημάδευε με δίκανο οπότε είσαι τυχερή που ο δικός σου σέρβιρε τσάι 😛

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.