Μια ειρωνεία

   

Μετά από ένα μήνα είχε βρει ήδη την ρουτίνα της. Κάθε πρωί ερχόταν να την πάρει ο θείος της να ανέβουν μαζί στο βουνό να πάνε στα κτήματα. Εκείνη ήταν υπεύθυνη για τα φρούτα και τα λαχανικά, εκείνος για τα ζώα. Με ευλαβική ησυχία μάζευε, φρόντιζε και συντηρούσε τους καρπούς. Κάθε μέρα για 10 ώρες.
      Πολλές φορές όταν ήταν μικρή που έμενε 3 μήνες τα καλοκαίρια είχε σκεφτεί να μείνει μόνιμα εκεί. Το χωριό ήταν πάντα για εκείνη το εξομολογητήριο και η λύτρωση της. Μπορεί να μην έλεγε τον πόνο της στα βουνά, όμως εκείνα τον άκουγαν και της συγχωρούσαν τα πάντα. Και ήταν όλα τόσα ήρεμα. Ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι με τόση ησυχία μπορείς να έχεις τόσο θόρυβο μέσα στο κεφάλι σου. Προσευχόταν για λίγη φασαρία που θα διέκοπταν τις σκέψεις της και καμιά φορά θα την συνέφερναν. Μόνο κάποια τσακάλια άκουγαν τις προσευχές της. Κάθε μέρα όλο τα ίδια, όλα ανακυκλώνονταν από Δευτέρα σε Δευτέρα. Κι ενώ οι μέρες ήταν ίδιες, τα βράδια ήταν μια έκπληξη. Έπεφτε να κοιμηθεί και ανυπομονούσε να δει τι επέλεξαν τα φίλτρα του μυαλού της να ονειρευτεί. Κανένα βράδυ δεν την ξεγέλασε. Κανένα βράδυ δεν ήταν ίδιο, δεν είδε το ίδιο όνειρο. Κάθε βράδυ κάτι άλλο, χωρίς να ξέρει τι να περιμένει, τι το μυαλό της ετοιμάζει για εκείνη.
 
 Έτσι, ένα βράδυ, αλλά όχι σαν όλα τα άλλα, έκλεισε τα ανήσυχα μάτια της και κοιμήθηκε, όχι γιατί δεν άντεχε το σώμα, αλλά γιατί έτσι είχε αποφασίσει.  Ήξερε ότι αυτό που έβιαζε ήταν ο ύπνος. Και τότε της ήρθε μια υπερφυσική αλλά όχι ανέφικτη ιδέα. Ήθελε να ονειρευτεί έναν άνθρωπό, έναν ολόκληρο άνθρωπό με κάθε λεπτομέρεια και να τον μεταφέρει στην πραγματικότητα. Είχε απογοητευτεί απ’ τους υπόλοιπους και αυτόν τον ήθελε έτσι όπως ακριβώς επιθυμούσε. Αυτός ο μαγικός σκοπός είχε κατακλύσει την ψυχή της. Σχεδόν αμέσως, ονειρεύτηκε μια παλλόμενη καρδιά.  Την ονειρεύτηκε ζωντανή, θερμή, στο μέγεθος γροθιάς που ακόμα δεν είχε φύλο ούτε πρόσωπο. Δεν είχε αίσθηση για το πόση ώρα την κοιτούσε προσέχοντας την κάθε λεπτομέρεια. Δεν την άγγιζε. Μονάχα βεβαιωνόταν  την παρουσία της και με το βλέμμα διόρθωνε κάθε λεπτομέρεια. Προσπαθούσε να την αισθανθεί από διαφορετικές αποστάσεις. Συνέχισε να ονειρεύεται και τα υπόλοιπα αργά και ευλαβικά, μέχρι που είδε τα μάτια του. Κι ενώ όλα άλλαζαν συνεχώς και έπαιρναν την τελική τους μορφή, τα μάτια του μέσα στα δικά της παρέμεναν τα ίδια. Τα βλέμματα τους δεν ξεκολλούσαν λες και θα’  χανε εκείνος που πρώτος θα έπαιρνε τα μάτια του. Ένιωσε το άγγιγμα του και τότε σάστισε.  Ξύπνησε μονομιάς και τον κατέστρεψε. Μα πώς μπόρεσε να το σκεφτεί αυτό; Μα πώς μπόρεσε να ήταν τόσο κοντά να του το κάνει; Να δημιουργήσει ένα πλάσμα που να μην είναι άνθρωπος, άλλα η προβολή του ονείρου άλλου ανθρώπου – ένα είδωλο. Άρχισε να τρέμει και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Αναρωτιόταν αν εκείνη υπήρξε ή θα μπορούσε να υπάρξει το όνειρο κάποιου ή έστω στο όνειρο κάποιου. Ίσως όχι ολόκληρη. Ένα μέρος της, μια κίνηση της, μια συμπεριφορά της. Και αν δεν ήταν θα μπορούσε να γίνει. Θα μπορούσε να το προσπαθήσει. Αλλά αφού εκείνη υπάρχει, θα μπορούσε να γίνει όνειρο; Η ζωή δεν είναι όνειρο, γράφει ο Νοβάλις, αλλά μπορεί να γίνει.
     Η πόρτα χτύπησε. Είχε ξημερώσει και ήταν ο θείος της. <<Καλημέρα Μ…, ήρθε η ώρα για δουλειά. Ετοιμάσου γρήγορα και έχει πολύ ωραία μέρα έξω. Και ξέρεις Μ… αυτή είναι η αγαπημένη μου ώρα. Αυτή η ώρα που περιμένει την μέρα να γεννηθεί έχει αυτή τη μοναδική ηρεμία πριν όλα να ενεργοποιηθούν και όλο καινούργια πράγματα να συμβούν. Άντε κάνε γρήγορα, δεν έχουμε καιρό για χάσιμο>> .
     Τι ειρωνεία!

(Visited 16 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.