Μια ιστορία

Καθόσουν στον βράχο και έπινες.
Το πρόσωπο σου έλαμπε απ’ το φως του φεγγαριού.

Σε πλησίασα και έκαιγαν τα μάγουλα μου.
 Έπεσα στο νερό με τα ρούχα.
Βγήκα αμέσως και έβγαλα το βρεγμένο μου φόρεμα.
Τα μάτια σου γυάλισαν όπως η θάλασσα.
Θα κρυώσεις.
Σε πλησίασα. Έτρεμα.
Έβγαλες τα φίκια απ’ το στήθος μου.
Πήγαινε.
Ακούμπησα πάνω σου.
Άπλωσες το χέρι σου πίσω μου.
Φίλησα τα υγρά χείλη σου.
Μετά γέμισα άμμους. Ήσουν βαρύς.
Πόνεσα και δάγκωσα τα χείλη μου.
Λαχάνιασες .Άκουγα την ανάσα σου μαζί με την μελωδική φωνή σου τόσο ήρεμη και          τρυφερή, σχεδόν βασανιστική.
Όχι, όχι έλεγες μα δεν μπορούσες να ξεκολλήσεις.
Ακόμα δεν έχεις μάθει. Κανείς δεν ξεφεύγει από τέτοιο φεγγάρι.

Μετά. Άνοιξα τα μάτια.
Ήσουν εκεί καθισμένος ακόμα στον βράχο.
Με περίμενες βουβός. Ήρεμος.
Δεν πειράζει. Έτσι και αλλιώς μιλάω πάντα για όνειρα.
Ξέρω ότι
 κάθε βράδυ θα είμαι εκεί.­­

(Visited 23 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.