Μικρασιάτικο Παραμύθι

Κάποτε ήταν ένας ποιμένας που βοσκούσε τα πρόβατα του στο λιβάδι, όταν μια μέρα ένα πρόβατο το έσκασε από το κοπάδι και άρχισε να κατηφορίζει τον κάμπο. Εκείνος το κυνήγησε όσο μπορούσε, μέχρι που κάποια στιγμή το πρόβατο μπήκε μέσα σε μια σπηλιά. Εκεί ζούσε ένας γέρικος λύκος πολύ μεγάλος πια για να κυνηγήσει. Μόλις το πρόβατο μπήκε μέσα, έπεσε κατευθείαν μέσα στο στόμα του λύκου και εκείνος φυσικά ευχαριστήθηκε το γεύμα του. Μόλις το είδε αυτό ο βοσκός μπήκε σε σκέψεις. ‘Για στάσου’ είπε ‘αφού ο λύκος μπόρεσε να πάρει αυτό που ήθελε χωρίς κανέναν κόπο, τότε το ίδιο μπορώ να κάνω και εγώ! Αυτό ήταν, γιατί να κοπιάζω άσκοπα? Από εδώ και μπρος σταματάω να δουλεύω’. Αμέσως έτρεξε στο αφεντικό του μιας και το κοπάδι δεν του ανήκε, και του είπε ότι παραιτείται. Εκείνος προσπάθησε να τον συμμορφώσει : Και τι θα κάνεις, τον ρώτησε, πώς θα κερδίσεις το ψωμί σου?του είπε και αυτός  απάντησε : ‘δεν πιστεύω πια στην δουλειά αφεντικό πιστεύω στην τύχη’.

Υστέρα πήγε και διηγήθηκε στην γυναίκα του όλη την ιστορία με τον λύκο και τις προθέσεις του από δω και πέρα..εκείνη όπως ήταν φυσικό προσπάθησε να τον συμμορφώσει.’Και τι θα τρώμε’ τον ρώτησε ‘θα φάμε ότι έχουμε’ είπε εκείνος ‘και ύστερα?’ ρώτησε εκείνη τρομαγμένη ‘και ύστερα θα έρθουν μόνα τους τα φαγητά’ της είπε δείχνοντας φανερά πως δεν είχε πρόθεση να αλλάξει γνώμη.

Ο καιρός περνούσε και ο άντρας δεν κουνιότανε από το σπίτι, μέχρι που τα ξύλα για το τζάκι τελείωσαν και η γυναίκα του είπε να πάει να κόψει μερικά. Αυτός είπε ‘γιατί να πάω αφού θα έρθουν μόνα τους’. Τι να κάνει και αυτή αφού κρύωνε, πήρε το τσεκούρι και βγήκε να κόψει το δέντρο που είχανε στην αυλή τους. Πρώτα έκοψε τα κλαδιά και τα κάψανε, την άλλη μέρα έκοψε τον κορμό και την επόμενη έσκαψε το χώμα και έκοψε ακόμα και τις ρίζες για να τις κάψουν. Εκεί που έσκαβε, το χώμα άνοιξε και βρήκε έναν λάκκο με ένα πιθάρι γεμάτο χρυσά φλουριά, τινάχτηκε πάνω και αμέσως έτρεξε μέσα στο σπίτι για να το πει στον άντρα της. ‘Σήκω έλα έξω να με βοηθήσεις να φέρουμε το πιθάρι με τα χρυσά φλουριά μέσα’ εκείνος είπε ‘Μα γιατί να το κάνω αφού θα έρθουν μόνα τους’. Μια άσχημη σκέψη πέρασε από το μυαλό της γυναίκας, μήπως εκείνα τα φλουριά ήταν καταραμένα και κάποια άσχημη μοίρα έμελλε να πέσει στο σπιτικό τους? Σκέφτηκε να πάει αμέσως και να ρωτήσει τον Χότζα που όλοι τον εμπιστεύονταν σε σημαντικά θέματα και έπαιρνε πάντα τις πιο σοφές και ηθικές αποφάσεις.

Πήγε λοιπόν και τον συνάντησε σε μια ταβέρνα και του είπε όλη την ιστορία, εκείνος της είπε να μην ακουμπήσει τα φλουριά, πως ήταν καταραμένα και αν δεν ήθελε να την βρει μεγάλο κακό να τα άφηνε στην θέση τους. Έτσι η γυναίκα γύρισε σπίτι και άφησε το πιθάρι χωμένο στην αυλή.

Το ίδιο βράδυ ο Χότζας πήγε έξω από το σπίτι και έσκαψε την αυλή για να βρει το πιθάρι, το πήρε στα χέρια του και άρχισε να τρέχει όταν στον δρόμο άκουσε μέσα του την φωνή του Αλάχ να του μιλάει. ‘Πως γίνεται εσύ, ο Χότζας ένας τίμιος άνθρωπος να κλέβεις το χρυσό δυο φτωχών ανθρώπων?’

Αμέσως άλλαξε γνώμη και επέστρεψε στο σπίτι, δεν ήθελε όμως να τους χτυπήσει την πόρτα γιατί θα τον νόμιζαν για κλέφτη. ‘Ετσι έψαξε γύρω στο σπίτι και βρήκε ένα παράθυρο ανοιχτό, πέταξε μέσα το πιθάρι και γέμισε το σπίτι χρυσά φλουριά.

Κι έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς…..ακόμη περιμένουμε…..

(Visited 186 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.