ΜΥΑΛΟ, ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ, ΘΥΕΛΛΑ

Προσπαθούσε κάθε μέρα να μείνει μέσα, στον εσωτερικό του πλανήτη, ψυχή και σώματι. Το μυαλό του όμως δεν τον βοηθούσε. Του έπαιζε συνεχώς παιχνίδια. Δεν άντεχε άλλο τη συναναστροφή με τον κόσμο, τη στείρα επικοινωνία που σκάρωναν και όλα εκείνα τα πλαστά συναισθήματα που του ενέπνεαν όλοι. Τον ενοχλούσε η μουσική, οι φωνές, ακόμη και η τηλεόραση που κάποτε τόσο αγαπούσε.

 

Η πληθώρα τον πληροφοριών που λάμβανε τον κούραζε εξαιρετικά μιας και μόνο ορισμένες, μικρές και απλοϊκές μπορούσε να συγκρατήσει. Ένιωθε σαν να είχε επέλθει ο κορεσμός.

Δεν μπορούσε άλλωστε να καταλάβει τι φταίει και το μυαλό τις άφηνε απλά να φύγουν έτσι, να διασκορπιστούν σε αστερόσκονη στο διάστημα και να αιωρούνται εκεί αιώνια. Ή μάλλον είχε καταλάβει, τους είχε ακούσει να το λένε αρκετές φορές μπροστά του σαν να μην είναι καν εκεί : ο γιατρός το αποκαλούσε Alzheimer, οι νοσοκόμες γεροντική άνοια και οι συγγενείς του γηρατειά.

 

Αλλά και αυτή η σκέψη γρήγορα έφευγε και την ξεχνούσε, θα επέλεγε κάποιο άλλο ερέθισμα να ασχοληθεί αργότερα. Πώς να φτιάξει τον καφέ του , που έχει αποθηκεύσει τη ζάχαρη και που το αλάτι, και τελικά ποια η διαφορά τους?

Τον  ταΐζε ρυζόγαλο η θεία να ξεχάσει τις απορίες του. Στα διαστήματα που ο πάππους καθόταν με πεισματικά κλειστό το στόμα,  τον ρωτούσε

΄ -Πως το λένε αυτό που τρως? Ε? πως το λένε πες μου. Ρυζόγαλο! Πες το, ρυζο…

-Ριζοσπάστης!’

Αναφώνησε ο παππούς σε μια ιαχή που θα έκανε τον μπαμπά κομμουνιστή πολύ  περήφανο.

Η θύελλα που μαινόταν έξω τον μπέρδευε ακόμη περισσότερο. Αλλά μήπως η θύελλα ήταν χθες και τώρα ήταν απλά η τηλεόραση που τον βομβάρδιζε με πληροφορίες? Ήταν εικόνες με κραυγές? Μήπως ο βομβαρδισμός ήταν εκείνος από τους Γερμανούς, τότε που γκρεμίστηκε το σπίτι του στον πόλεμο? Αυτή η ανάμνηση ήταν κάπως πιο έντονη από τις υπόλοιπες. Σα χθες του φαινόταν, εμφανίστηκε πάλι η αγωνία στα πρόσωπα των αδελφών του ενώ όλη τους η ζωή κατέρρεε μπρος στα μάτια τους.

-’Οχι ρε μπάσταρδοι, δε θα μας σκοτώσετε, θα σας φάμε εμείς πρώτοι! Φώναζε τότε..

Αν έχω όλα μου τα παιδιά και τα εγγόνια πλάι μου είμαι καλά! Φώναζε και έκλαιγε, στο παρόν πια.

Τα παιδιά του τον κοιτούσαν απορημένα και τα εγγόνια τρομαγμένα.

Η μια του κόρη του ψιθύριζε στοργικά ‘Μη φωνάζεις μπαμπά μου, μη στενοχωριέσαι, όλοι εδώ είμαστε, καλά.

 

Όλοι καλά, όλοι καλά επανέλαβε κ κοιμήθηκε ήσυχος.

(Visited 56 times, 1 visits today)

About Pierrot Le Fou

Just another life traveller

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.