ΟΦ ΑΘΕΝΣ- ΑΝΘΗ ΝΕΡΑΝΤΖΙΑΣ

Πάσχα. Αποφάσισα να κατέβω από την Πετρούπολη στην Πάνορμου ποδαράτο: τσίκνα και άνθη νεραντζιάς  το αισθητηριακό υπόβαθρο που κατακλύζει τα ρουθούνια.

Κάθε τετράγωνο και άνθρωποι σύρματα, εκπέμπουν σε λαϊκές συχνότητες , με λίγα κόκκαλα και λίπη να γλείφουν τα σαγόνια τους. Το τηλέφωνο χτυπάει για τις ευχές, το ασθενοφόρο για μια καρδιακή προσβολή και τον κορώ να.

Περνώ από την πλατεία Μπουρναζίου, μερικοί γύφτοι με τραμπουκίζουν στο πεζοδρόμιο, ακούγοντας Τερζή και καθαρίζοντας τα πιάτα τους. Τους προσπερνώ και αυτόματα πιάνω την τσάντα μου για το πορτοφόλι. Γαμημένος προγραμματισμός.

Μια διμοιρία μπάτσων λίγο πιο κάτω με κοζάρει έντονα .Είναι εκείνο το βλέμμα, το ξέρεις πολύ καλά. Το δίλλημα είναι αν ξερογλείφονται πιότερο για τον κώλο μου ή για το αρνίσιο μπούτι που ξεκουράζεται στο αλουμινόχαρτο δίπλα τους. Γελούν.

Διασχίζω τη γέφυρα της Λ. Αθηνών, από εκεί που με θυμάμαι τόσο συχνά να περιμένω το κωλοφάναρο.  Έκανε τόσην ώρα να ανάψει όσο θα μπορούσα να έχω βγει και να αράξω για τσιγάρο με κάθε έναν από τους τύπους που σου πλένουν τα παρμπρίζ από όλες μάλιστα  τις μεριές της διασταύρωσης. Έχω τη μακρινή ανάμνηση να κατεβαίνω Πειραιά ή να πηγαίνω Βοτανικό στους Θεσσαλούς , αράζοντας πάντα για λεπτά –ώρες στο ίδιο αυτό φανάρι.  ’ Διασχίζω τον κόσμο και φλέγομαι’.

Καθώς κατεβαίνω την Αχαρνών σκίζεται η τσάντα με τα φαγητά της θειάς, ανοίγει το τάπερ με τη μαγειρίτσα και λούζει τα πόδια μου απτό γόνατο και κάτω. Ωραία το πάμε, σκέπτομαι, άλλη μια ωρίτσα περπάτημα είναι.

 Γλιστρώ μέσα απ’ τα Σεπόλια και μπαίνω σιγά σιγά Αττική· το τοπίο αλλάζει . Αισθητηριακό υπόβαθρο  πλέον τα μπαχάρια και οσμές από αποχετεύσεις. Γυναίκες με μαντήλες, λικνιστό περπάτημα και ωραία κορμοστασιά περνούν μπροστά μου και με κοιτούν εξονυχιστικά. Άντρες κάθονται στα πεζοδρόμιο κοιτώντας τα κινητά τους, μια πρεζού σκάει με δεμένα χέρια και κατακόκκινα ρούχα από τη γωνία ψάχνοντας κάποιον. Ένα μικρό παιδάκι με ξυρισμένο κεφάλι χαϊδεύει το κρανίο του και τρέχει.

Ξαφνιάζομαι με την ξαφνική έκκριση ορμονών και συνάμα υγρών που νιώθω στη θέα ενός τεράστιου Άραβα που κάθεται στο πεζοδρόμιο λίγο πιο πάνω και καπνίζει νωχελικά το τσιγάρο του.  Είναι γύρω στα 40, γεροδεμένος προς το πλαδαρό που προσδίδουν τα χρόνια εμπειρίας στη ζωή, αξύριστος σίγουρα για μέρες και ακούρευτος. (Μάλλον δεν κατάφερε να πάει στα κρυφά κορωνοκομμωτήρια που ακόμη λειτουργούσαν με συνθήματα, σκέπτομαι). Δε μου ρίχνει καμία ματιά ,φαίνεται απορροφημένος από κάποια σκέψη, κι όμως το βλέμμα που δεν είδα ποτέ με μαγνητίζει ασύλληπτα. Περνώ από μπροστά του με θρησκευτική ευλάβεια και νιώθω τα ρουθούνια μου να γεμίζουν με τη μυρωδιά του ιδρώτα κάποιου που δούλευε όλη μέρα με τα χέρια του.

Απέναντι στην Πατησίων, στο ‘Χωριάτικο’ αναδύεται η ουρά των ανθρώπων από όλες τις γωνιές της γης . Είναι αυτοί που τους έχει ξεχάσει ο κορώνα και η μοίρα, οι βασανισμένοι της τσιμεντούπολης και της πλατείας Αμερικής. Πάσχα δεν κάνουν, έχουν τις δικές τους πολύχρωμες γιορτές. Περιμένουν στην ουρά για ένα καρβέλι ψωμί, ένα κέικ ή ένα χυμό μαζί με το τσιγάρο τους.  Βλέπω έναν μικροκαμωμένο στη γωνία να κάθεται όρθιος και να τρώει ένα κομμάτι πάστα. Έχω καιρό να δω κάποιον να τρώει πάστα, σκέπτομαι.

Ανεβαίνω τη Φωκίωνος Νέγρη. Άνθρωποι μόνοι, χωρίς κρέατα, χωρίς συγγενείς, με μια κάρτα sim που μπορεί και καλεί απεριόριστα στο Μπαγκλαντές και στο Πακιστάν να ‘ναι ο αγαπημένος τους σύντροφος. Ή λίγη πρέζα, ή λίγο κώλος. Άνθρωποι με βαθειά βλέμματα, ανέραστα χέρια και πληγωμένους εγωισμούς. Με υπομονή, πολλή υπομονή, με αγάπη, με κλοπές, με μια κάποια θρησκεία η ίσως και όχι, με πνιγμένους στο παρελθόν τους και βάρκες και παράνομα λεφτά και βαποράκια.

Φίλοι που έγιναν ψάρια, και τώρα αυτοί, οι τυχεροί, οι επιζώντες, κάθονται, χωρίς να τους κάνουν καμία μνεία, σε ένα πεζοδρόμιο της Πατησίων.

ΑΝΗΦΟΡΑ. Τώρα φτάνω Γκύζη. Συνθήματα κατακλύζουν τα μάτια μου, ωραία συνθήματα. Μ’ αρέσουν οι τοίχοι, με γεμίζουν με μια νοσταλγία για την ιδέα της  επαναστάτριας που θα μπορούσα να γίνω. Καλυτέρα μια ώρα φιλιά και αγκαλιά, παρά 40 μέρες Νέτφλιξ και Χαρδαλιά.

Όταν δε θα υπάρχει θεός, θα υπάρχει θεά.

Βότκα και σεξ.

Μπάτσε, η Γκύζη ναρκωτικά μυρίζει.

Κατηφόρα, μετά ξανά ανηφόρα. Στο ηχητικό τοπίο πλανώνται οι Magic de Spell με τους φίλους τους τα μαύρα πουλιά. Το αφουγκράζομαι από μακριά, περιμένοντας να φτάσω στη ρίζα του άσματος, ένα παραθυράκι στον 3ο μια πολυκατοικίας ξεχασμένης στην καρδιά των Αμπελοκήπων. Κάνω σκέψεις για το πώς μπορεί να είναι ο ένοικός της. Κάθομαι λίγο να ακούσω το κομμάτι να τελειώνει και προχωράω. Κατηφόρα. Τα άνθη νεραντζιάς επανέρχονται, και περπατώ, περπατώ στην Αθήνα, την ύστατη αυτή πόλη με το πιο ρομαντικό μυρωδικό background που μπορεί να παίζει σε urban στιγμές. Αφουγκράζομαι σα γατί το σώμα της το γυμνό, με το μπετό των σπιτιών κουτιών,  τον αέρα, τους ανθρώπους της και τη ενέργειά τους, σαν ένα αιλουροειδές που οσμίζεται τον αέρα γύρω του για να καταλάβει τα επόμενα βήματά του. Με κατακλύζει μια υποψία ελπίδας. Τ’ άστρα είναι αναμμένα.  Ένα ζευγάρι μπροστά μου περνά κάνοντας jogging, παρακάτω ακούγεται ένα παλιό λαϊκό και ο ήχος του τάβλι. Έφτασα σπίτι, ώρα να πλύνω τη μαγειρίτσα.

(Visited 114 times, 1 visits today)

About Pierrot Le Fou

Just another life traveller

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.