Ο δράκος ΜΑΝδραγόρας

Γύρισα σπίτι πεινασμένος.
Η καρμπονάρα ήταν μαγική, όπως πάντα.
Τόσες στιγμές μόνο σε μια μπουκιά.
Πρέπει να τη μασήσω καλά γιατί είναι βαριά για το στομάχι.
Η γεύση της είναι τόσο έντονη που μου μουδιάζει το στόμα.
Μετά τη τρίτη μπουκιά ταξιδεύω σε κόσμους φανταστικούς.
Εικόνες από το παρελθόν με καθηλώνουν ανήμπορο στη καρέκλα.
Ξαφνικά εκστασιάστηκα.
Είχα χρόνια να φάω τη καρμπονάρα της μαμάς μου.
Τότε από τη χαρά μου άρχισα να γελάω.
Γελούσα τόσο που δάκρυσα.
Κοίταξα απέναντι και η μητέρα μου έκλεγε και αυτή.
Παρατηρώντας με σκέφτηκε τα χαμένα χρόνια.
Μια ευλαβική ησυχία κυριαρχούσε.
Σαν να περιμέναμε να δούμε ένα σημάδι.
Έστω μια εικόνα.
Αισθανόμασταν μια παρουσία που δεν υπήρχε, και τη ψάχναμε.
Και φυσικά αν ψάχνεις κάτι ανύπαρκτο το βρίσκεις εύκολα.
Δεν έχω άλλη επιλογή.
Κουράστηκα να παλεύω με την πραγματικότητα.
Κουράστηκα να ψάχνω τη ζωή.

 

(Visited 5 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.