Ο μάγος

Μονοπάτια της μοναξιάς μοναδικά και ανήμερα,         σαν λιοντάρια που διψούν       για θάνατο.

Απ’ τη μικρή πλατεία του έρωτα ξεκινούν οι περισσοτεροι δρόμοι.

Εκείνη άνοιξε τα μάτια της μέσα στη νύχτα. Τρεις νυχτερίδες σκαρφάλωσαν πάνω στα φώτα του δρόμου. Δυο δεμένες με κλωστές σα μαριονέτες πετούσαν απ τη μια λάμπα στην άλλη.

Εκείνος σηκώθηκε απ το κρεβάτι. Ένα αυτοκίνητο πέρασε αθόρυβα μεσα απ τη μύτη της καρφίτσας.

Είσαι καλα; του είπε

Ναι. Απάντησε εκείνος. Θέλω να πάω μια βόλτα.

Θες να μιλήσουμε; ειπε εκείνη.

Θα μιλήσουμε όταν έχουμε χρονο της απάντησε, χτυπησε δυο φορες παλαμακια και πριν το τριτο χτυπημα ειχε εξαφανιστει…..

 

….ειχε ξεχασει ποσο πονά, η μοναξιά μετα τον έρωτα

είχε ξεχάσει πως κυλάν τα δάκρυα στη ψυχή του ταξιδιώτη.

Πήρε τη σκιά του και βούτηξε στη θαλασσα. Πυχτή άμμος κι αμέτρητη.

Ένας για τον καθένα μας, πόνος, σαν το πιάτο με το φαγητό που μοίραζε η μητέρα όταν ήταν μικροί.

Πες μου, γιατι μεγάλωσες; Αναρωτηθηκε.

Γιατί; Θα μπορούσα κι αλλιώς;                                     Οχι δε θα μπορούσα.

 

(Visited 88 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.