Πίσω από πέπλα

Τα μάτια της ήταν τεράστια και αμυγδαλωτά. Μέσα απ’το νικάμπ που φορούσε έλαμπαν σε μια σκοτεινή αίγλη που τους έδινε ένα ακόμη πιο βαθύ μαύρο και απροσδιόριστο χρώμα. Καθώς τα κοιτούσα ήμουν σίγουρη πως με παρέλυαν με κάποια μαγική δύναμη και με παρέσερναν σε μια σπείρα με πολλές διακυμάνσεις, πολύχρωμες και δαιδαλώδεις.

Η ένταση αυτού του μαύρου ταίριαζε υπέροχα με τα σγουρά αραβικά ματόκλαδα που περιστοίχιζαν το βλέμμα της και ακόμη περισσότερο με τη μελαγχολική έκφραση μου είχε τον περισσότερο καιρό που τύχαινε να τη δω στο μπαλκόνι του σπιτιού μας. Το αέρινο πέπλο πλαισίωνε όμορφα και απαλά τα χαρακτηριστικά του προσώπου και την προστάτευε, απ’ ότι μου είχε πει κάποτε η ίδια από τα βλέμματα των αντρών, όπως όριζε η ιερή σοφία του χαντίθ.

Τη γνώρισα για πρώτη φορά πριν μερικούς μήνες ενώ προσπαθούσα να ανέβω τις σκάλες της καινούριας μου κατοικίας, σέρνοντας γελοία πίσω μου και με τη βοήθεια καλών φίλων διάφορες βαλίτσες, μια ηλεκτρική σκούπα (γιατί άραγε) και μερικά φωτιστικά που προεξείχαν από πολυάριθμες τσάντες.

Κανείς δεν την πρόσεξε. Μα και όσοι την πρόσεξαν δεν της έδωσαν κάποια ιδιαίτερη σημασία καθώς τα μάτια της χαμήλωσαν σε ένδειξη σεβασμού προς τα αρσενικά που με συνόδευαν θορυβωδώς σε μια χροιά υποταγής. Καθώς περνούσα από δίπλα της και ενώ οι μυρωδιές που ανέβλυζαν από την κουζίνα μαζί με κραυγές μωρών –μάλλον τα ρούχα τους ήταν αυτά που άπλωνε- έφταναν στην κορύφωση, γύρισε προς το μέρος μου και με κοίταξε. Με κοίταξε κατευθείαν μέσα στα μάτια, σαν να ήθελε να με γνωρίσει έτσι για πρώτη φορά και να μου μιλήσει για εκείνη, για εμένα, για τον κόσμο όλο και τις σοφίες του.

Η ανατριχίλα που ένιωσα ίσως να οφείλεται στις ρομαντικές ιστορίες για γυναίκες της μακρινής Ανατολής που η Δυτική μου παιδεία αυτομάτως έσπρωξε από το υποσυνείδητο μου προς τα πάνω. Ίσως και να φταίει ότι η Λατίφα ήταν όντως μάγισσα και αυτό το βλέμμα θα το βίωνα πολύ καλά στις μελλοντικές μας επαφές, ποτισμένες με νότες  Dhan Al Oudh Atheer. (Αυτό βέβαια δεν το φανταζόμουν τότε.)

Συνέχισα προς την πόρτα νικώντας το προαίσθημα και το αλλόκοτο ρίγος στη σπονδυλική στήλη και καθώς έμπαινα μέσα για πρώτη φορά σάλεψε σε μια νωχελική κίνηση του μαύρου χεριού και μου έστειλε ένα φιλί από μακριά..ίσως και να το φαντάστηκα. Η φαντασία, όπως με έμαθε είναι το πιο βασικό συστατικό της πραγματικότητας.

Οι άλλοι έφυγαν, το ίδιο θορυβωδώς όπως και ήρθαν. Και πολλοί πέρασαν από το μπαλκόνι μας και έφυγαν και ξαναμπήκαν, κι εκείνη εκεί, να απλώνει ευωδιαστά πέπλα βαμμένα σε σαφράν και πολύχρωμα αφρικανικά μετάξια. Και πάντα το άρωμα τους και η μελαγχολία στο βλέμμα της μου στοίχειωναν τα όνειρα και τα γκρίζα πρωινά έπαιρναν μια ρομαντική χροιά. Μέχρι που πια δεν μπορούσα να ξεχωρίσω ποια είναι η πραγματικότητα και ποια η φαντασία της Λατίφα που απεικονιζόταν στο μυαλό μου.

Οι μήνες κύλησαν γρήγορα και σε μια θολή αχλή ήρθε ο καιρός να φύγω και πάλι. Δεν μπόρεσα να τη βρω για να τη χαιρετήσω αν και ήμουν σίγουρη ότι ανάμεσα στα πέπλα ξεχώριζα τη σκιά της να αιωρείται.

Τη μέρα εκείνη συλλογίστηκα το μάθημα που μου δίδαξε η μυστηριώδης γυναίκα και αυτό που όλοι οι πολίτες του τεχνολογικά και κοινωνικά εξελιγμένου κόσμου μας φαίνεται να έχουμε ξεχάσει : να κοιτάμε επιτέλους τους άλλους στα μάτια. Αληθινά, βαθιά, με νόημα. Είμαστε τόσο προσηλωμένοι σε πράγματα στα χέρια μας και ξεχνάμε την ευρύτερη εικόνα, ένα βλέμμα στους γύρω μας.

Tότε ίσως πρέπει να σταθούμε για λίγο να αναλογιστούμε..πώς μας κάνει να νιώθουμε αυτή η μικρή μα πολύτιμη στιγμή ;post-7991-But-the-eyes-are-blind-One-mus-HJjl

(Visited 24 times, 1 visits today)

About Pierrot Le Fou

Just another life traveller

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.