Πιστοποιητικό ζωής

    Σκεφτόταν πως για κάθε γάτα που έβλεπε νεκρή στον δρόμο μια τρομοκρατική επίθεση γινόταν κάπου στον κόσμο , ήταν η δεύτερη που έβλεπε μέσα σε λίγο διάστημα , πρόβαλε την εικόνα μιας έκρηξης μέσα στο πλήθος για να μηδενίσει την αηδία της νεκρής γάτας όπου ένα κόκκινο ρυάκι έσταζε στην άσπρη της μουσούδα μετά στο πεζοδρόμιο και μετά στον δρόμο.Είχε βαλτώσει τελευταία , οοο η βαρετή ρουτίνα … μέχρι και η αναπνοή έμοιαζε κουραστική . Ήξερε πως οι γάτες ήταν νεκρές αλλά αναρωτιόταν εάν αυτός ήταν ζωντανός τσίμπησε το χέρι του , ένας μικρός αδιάφορος πόνος δεν τον έκανε να νιώσει ζωντάνια έτσι σκέφτηκε να πάει στην εφορία να βγάλει ένα πιστοποιητικό ζωής αύριο νωρίς νωρίς .

Σηκώθηκε , ντύθηκε , έφαγε , πλύθηκε και έτρεξε να φτάσει νωρίς για να μην πετύχει μεγάλη ουρά. Πήγε στον πρώτο όροφο ο υπάλληλος φαινόταν να βαριέται τον έστειλε στον 3ο εκεί του είπαν πως αν ήθελε πιστοποιητικό ζωής θα έπρεπε να φέρει δύο υπεύθυνες δηλώσεις υπογεγραμμένες από τους γονείς , πιστοποιητικό γεννήσεως , ΑΜΚΑ, ΑΜΑ , ΣΑΛΑ , ΛΑΛΑ.
– “Συγνώμη πρέπει να μαζεύω ένα σωρό χαρτιά για να μάθω ότι ζω ?  βγάλε μου ένα τώρα .”
– “Λυπάμαι δεν γίνεται επίσης πρέπει να φέρεται χαρτί που να αναγνωρίζει το χαρτί του νοσοκομείου που γεννηθήκατε από τον ΕΟΠΠΥ ”
– “Καλά εντάξει , χέστο …. χέστο ”
Έφυγε εκνευρισμένος ενώ αναρωτιόταν αν θα έπρεπε να υπάρχουν τόσοι κωδικοί αντί να είναι ένας που να τα εμπεριέχει όλα .Την ίδια μέρα προέκυψε άραγμα σε ένα φιλικό σπίτι “40 λεπτά περπάτημα είναι , τι άλλο έχω να κάνω ? ” σκέφτηκε. Μαζεύτηκαν άγνωστοι μεταξύ τους σε ένα σπίτι γεμάτο κάδρα και έναν σκύλο που από ψυχαναγκασμό έγλειφε το πάτωμα ασταμάτητα , απόλαυσαν αλκοόλ και ιστορίες από καφρίλες ο ένας μια φορά που ήταν κόκκαλο είχε κατεβάσει τα παντελόνια του μπροστά στο οβάλ κτίριο του λονδίνου και το παρομοίαζε με τις μπάλες του. Η ώρα πέρασε ευχάριστα είχε πάει 4 το πρωί όταν αποφάσισε να πάει σπίτι με ένα κεφάλι καζάνι , χαιρέτησε και βγήκε έξω περπάτησε χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον η επιστροφή έμοιαζε μόνη και ερημική .

Η γειτονιά είχε μόνο δυόροφα και τριόροφα σπίτια , ψυχή στον δρόμο , ακούγονταν μόνο οι γρύλοι , είχε επικεντρωθεί στο περπάτημα όταν άκουσε το κουδούνι του δημοτικού σχολείου να χτυπάει αμέσως ένα πλήθος παιδιών ξεχύθηκε στο προαύλιο με ασυγκράτητη σχεδόν παρανοική χαρά και εμφανή στα μάτια τους σημάδια αυπνίας , μέσα από τα κάγκελα απλώνοντας τα χέρια τους τον προσκαλούσαν να παίξουν , απομακρύνθηκε με γρήγορο ρυθμό έχοντας νιώσει μια κάποια φρίκη, συνέχισε, οι γρύλοι πήραν πάλι την θέση της μοναδικής ηχητικής συχνότητας  , πάτησε σκατά αλλά το βρεγμένο οδόστρωμα γεμάτο λακούβες βοήθησε να καθαριστούν , ” λευτα , λευτά ” . Αυτή η ήρεμη γειτονιά έβγαζε ένα παράξενο συναίσθημα σαν να ήταν στοιχειωμένη , πήρε μια βαθιά ανάσα και μύρισε την υγρασία και την μυρωδιά της βρεγμένης χλωρίδας όταν εμβόλιμο μέσα στα ρουθούνια του εισχώρησε το άρωμα βρώμας και λάσπης παρατήρησε μια μεγάλη μαύρη σακούλα απέναντι στο πάρκο από την μια σχισμή της προεξείχε ένα χέρι με χώμα και ξεραμένο αίμα . Άρχισε να τρέχει από το φρικτό θέαμα μέσα στην αηδία παρατήρησε πως και οι γρύλοι είχαν σταματήσει , από ένα τριόροφο  που προσπερνούσε ακούστηκαν μουγκριτά , ήχοι πόνου σαν να ακρωτηρίαζαν κάποιον με την πιο αργή και βασανιστική μέθοδο . Ο μπάσος ήχος και η απελπισία τον έκαναν να ανατριχιάσει έτρεξε πιο γρήγορα , βρέθηκε μπροστά σε μια εκκλησία χτύπησε το πόδι του πάνω σε ένα κολονάκι “γαμώ την Παν….” αλλά δεν ολοκλήρωσε αρκετά περίεργη ήταν η νύχτα . Ακολούθησε ένα μονοπατάκι δίπλα από την εκκλησία περιτριγυρισμένο με δέντρα τον έβγαλε σε ένα γεφυράκι που πέρναγε πάνω από το μικρό ποτάμι της γειτονιάς , το μόνο φως εκεί ήταν μια λάμπα από μια ψηλή  κολόνα , στάθηκε για μια στιγμή ο ήχος του τρεχούμενου νερού έφτανε στα αυτιά του και οι σκιές των δέντρων έδιναν την εντύπωση πως η ησυχία ήταν εύθραυστη . Με την άκρη του ματιού του παρατήρησε μια κίνηση γύρισε απότομα ένα ξεραμένο καφετί φύλλο συκιάς έπεφτε απαλά , θυμήθηκε πως κατουριόταν πολύ ώρα και παρά την ανασφάλεια έκανε την ανάγκη του ανάμεσα σε κάτι δέντρα , ο ήχος των υγρών αναμείχθηκε με αυτόν του ποταμιού και τον συμπλήρωνε πιο έντονος και ορμητικός ενώ εξαφανιζόταν σιγά σιγά αφήνοντας για εφέ αρκετό ατμό και την μυρωδιά κατουρημένου χώματος , όλη αυτήν την ώρα είχε ξεχάσει το ερώτημα που τον απασχολούσε είχε σταματήσει να αναρωτιέται αν είναι ζωντανός είχε μόνο το ένστικτο.Διέσχισε το γεφυράκι έχοντας τον φόβο ότι κάποιος η κάτι θα πεταγόταν από πίσω , προχώρησε και βγήκε σε κάτι πέτρινα καφέ σκαλιά με ένα έντονο κίτρινο φως , έμοιαζε με την είσοδο για έναν πραγματικό κόσμο , λύτρωση από την παράνοια της καταδίωξης , ανέβηκε ένα ένα τα σκαλιά σαν να βαδίζει προς την ελευθερία .      Βγήκε σε έναν σκοτεινό κεντρικό δρόμο , απέναντι ένα κλειστό βενζινάδικο γνώρισε την λεωφόρο και άρχισε να ανηφορίζει . λίγο πιο πάνω παρατήρησε ένα παλιό αμάξι να πηγαίνει όπισθεν με σβηστά τα φώτα έχοντας νεκρά , μέσα φαινόταν μόνο σκοτάδι,  καθώς πλησίαζε ένα ρίγος τον διαπέρασε και έκανε να πάει απέναντι για να έχει απόσταση ασφαλείας . Οι πρώτες σταγόνες της βροχής  άρχισαν να πέφτουν στο μέτωπο του καθώς ευθυγραμμιζόταν με το αμάξι , είδε μέσα μια μαύρη φιγούρα ανθρώπου με στραμμένο το βλέμμα πάνω του να ψιθυρίζει ακαταλαβίστικα , αμέσως τράβηξε το βλέμμα και επιτάχυνε ελπίζοντας το αμάξι να φύγει και ο ψίθυρος να απομακρυνθεί αντί αυτού όμως άκουσε την μηχανή να ανάβει και είδε τα φώτα να πέφτουν πάνω στις απαλές σταγόνες της βροχής , η καρδιά του χτυπούσε δυνατά με κάθε παλμό ο ψίθυρος πλησίαζε ώσπου μπόρεσε να τον ακούσει ” ζεις ?? ¨” , σταμάτησε να περπατάει γούρλωσε τα μάτια και γύρισε προς το αμάξι και φώναξε απελπισμένα ” ΔΕΝ ΞΕΡΩΩΩ ” . Η μαύρη σκιά του πέταξε έναν φάκελο από το παράθυρο και εξαφανίστηκε μέσα στην νύχτα , τον πήρε από κάτω πριν προλάβει να βραχεί εντελώς και τον άνοιξε ….

Χωρίς τίτλο

(Visited 39 times, 1 visits today)

2 comments:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.