σε μελαγχολικο, τριτο ενικο

        Περπατουσε στην ακρη του δρομου με τα χερια ιδρωμενα. Το καλοκαιρι ειχε φτασει και η ζεστη το επιβεβαιωνε καθε λεπτο που περνουσε ολο και πιο πολυ. Ηταν βραδυ. Αλλο ενα βραδυ. Ενιωθε τη μοναξια να του πλακωνει το στηθος. Ηταν λυπημενος και σκυφτος. Περπατουσε και ο δρομος δεν τελειωνε. Ηθελε να φτασει σπιτι του οσο πιο γρηγορα γινοταν. Δεν αισθανοταν πολυ καλα, ενιωθε πραγματικα μονος. Ειχε ενα παραπονο στα ματια ενα γιατι και δεν εβρισκε πουθενα μια απαντηση. Ειχε φυγει απ το κεντρο της πολης οπου επινες μπυρες με φιλους και τωρα επρεπε να παει ως τη σταση του λεωφορειου γιατι εμενε αρκετα μακρια.
        Οι δρομοι δεν ειχαν τιποτα να δωσουν. Το τσιμεντο εβγαζε τη θερμοτητα της ημερας κι εκανες να δεις ανθρωπο παρα πολυ ωρα, αν τελικα εβρισκες καποιον. Νεκρη πολη. Σκοτεινη. Μια περιεργη ησυχια εδειχνε οτι κατι δε παει καλα. Ενιωθε τοσο μονος εκεινο το βραδυ. Δεν ειχε κανεναν εκεινο το βραδυ. Ουτε μια κοπελα να ξαπλωσει στα ποδια της. Ουτε καποιον φιλο να τον παρηγορησει. Αυτος κι ο δρομος. Τα ποδια του προχωραγαν μονα τους, μηχανικα κι ο ηχος τους ακουγοταν καθως επεφταν βιαια πανω στην ασφαλτο. Βαρεθηκε αυτη τη πολη. Τα κιτρινα της φωτα. Βαρεθηκε τους ανθρωπους που φοβουνται τα παντα, ακομα να κοιταξουν κι εξω απ την πορτα του σπιτιου τους. Νιωθουν ενοχοι για πραγματα που δεν εχουν δημιουργησει αυτοι. Αφηνουν τα χρονια να κυλουν σα το νερο και τις μερες τους, να επαναλαμβανονται σιωπηρα. Ειχε βαρεθει εδω αλλα ολες οι πολεις σκεφτηκε καπως ετσι θα ναι. Νομιζε πως ζουσε σ ενα μεγαλο ονειρο που εμοιαζε με την πραγμα- τικοτητα και καποια στιγμη θα ξυπνουσε και θα του ελεγαν να αυτη ειναι η ζωη τοσο καιρο κοιμοσουν. Τωρα μπορεις να ζησεις ελευθερος στον αληθινο κοσμο. Αλλα οι μερες περνουσαν και καταλαβαινε πως μαλλον εκανε λαθος. Ετσι ειναι η πραγματικοτητα των μεγαλουπολεων. Ενας αδειος, βρωμικος καυτος δρομος ενα βραδυ του Αυγουστου. Ετσι ειναι η μοναξια.
        Εφτασε στη σταση του λεωφορειου. Ειδε κοσμο εκει. Ευτυχως το λεωφορειο δε θα αργουσε. Ειχε αραξει λιγα μετρα μακρια και θα ερχοταν σε λιγο στη σταση. Βρισκοταν στη πιο κεντρικη λεωφορο της πολης. Εβλεπε θολα, τα αυτοκινητα να περνουν. Μαυρα κοκκινα λευκα αυτοκινητα. Πρασινα πορτοκαλι και γαλαζια φωτα. Ταξι. Κιτρινα. Μπροστα απ τη σταση περιμεναν στη σειρα για καποιον πελατη. Οι οδηγοι τους καπνιζαν ανα παρεες σκυφτοι και σκεπτικοι. Συζητουσαν παντα. Πραγματα ασημαντα μα ποτε δεν ανεφεραν για ηταν ετσι. Σκεπτικοι και σκυμμενοι.
        Γυρισε πισω, στη πλευρα του πεζοδρομιου και τοτε την ειδε. Μια ομορφη κοπελα να τον κοιταει. Την κοιταξε κι αυτος και μετα απο λιγο απομακρυνε το βλεμμα του. Φορουσε ενα μαυρο μακρυ φορεμα που ηταν κομμενο στη κοιλια και εδειχνε ποσο ωραιο σωμα ειχε. Ειχε μακρια μαυρα μαλλια κι ενα προσωπο τοσο μοναδικα ομορφο. Ηταν με μια φιλη της. Αυτος εκανε μια μικρη βολτα προς την αντιθετη κατευθυνση και ξαναγυρισε και τοτε την ειδε παλι. Να τραβαει το βλεμμα της απο πανω του. Της χαμογελασε. Τον ειδε. Του χαμογελασε κι αυτη. Το λεωφορειο εφτασε στη σταση. Ο κοσμος μπηκε μεσα. Καθησε σε θεση οπου μπορουσε να την βλεπει και εκεινη αυτον. Το λεωφορειο ηταν γεματο και ολοι φαινονταν τοσο σκεπτικοι και μονοι. Οι θεσεις ηταν βρωμικες και το φτηνο υφασμα των καθησματων ειχε ξεφτυσει απ τον καιρο και σε αλλα σημεια ειχε λιωσει. Τις λαβες των παραθυρων τις περιεβαλε ενα μαυρο πλαστικο και οπου αυτο ειχε φαγωθει εβλεπες απο μεσα το σκουριασμενο σιδερο. Την κοιταζε. Ελαμπε. Ακουμπουσε τα χερια της πανω στα γονατα της και παρατηρουσε εξω. Καποιες στιγμες μιλουσε με τη φιλη της κι υστερα κοιτουσε παλι τον κοσμο εξω. Τις ψηλες πολυκατοικιες με τα μικρα μπαλκονια που ηταν ποτισμενες απ το καυσαεριο, τους περαστικους, τα φαναρια, τα μικρα και τα μεγαλα δεντρα των πεζοδρομιων, τις διαφημισεις τους λερωμενους τοιχους κι οτι αλλο μπορει να υπηρχε εκει εξω. Ενιωθε σαν να την κοιταγε και να περιμενε κατι απ αυτην. Ισως να περιμενε να τον τραβηξει απ τη μοναξια. Ηθελε να της μιλησει. Περιμενε να του δωσει μια ευκαιρια. Μα σε ολη τη διαδρομη δε τον ξανακοιταξε, και αυτος σταματησε να την κοιτα αφου καταλαβε πως πλεον δεν της ελκουσε το ενδιαφερον. Γυρισε απ την αλλη κι αρχισε κι αυτος να παρατηρει τον κοσμο εξω. Το λεωφορειο επιανε μεγαλες ταχυτητες και τα πλαστικα παραθυρα ετριζαν.
       Η κοπελα κατεβηκε μαζι με τη φιλη της και μετα απο λιγες στασεις κατεβηκε κι αυτος. Ηταν μονος και παλι. Παντα ηταν. Μα τωρα ενιωθε πιο ομορφα απο πριν. Γιατι ενιωσε πως η μοναξια δεν κραταει για παντα. Ενιωσε σαν να τον εσωσε εκεινο το βραδυ αυτη η ομορφη υπαρξη. Μονο μ ενα της βλεμμα. Μονο με ενα της χαμογελο. Μονο με τα ματια της. Μονο με την ομορφια της. Περπατησε τραγουδωντας ψυθιριστα μεχρι το σπιτι. Σε λιγο θα ξημερωνε. Κανεις δεν ηταν εξω. Μονο οι γατες μεσα στα σκουπιδια και τα σκυλια που ακουγοντουσαν μακρια. Ο ουρανος ειχε ενα βαθυ σκουρο μπλε χρωμα και τα ψηλα κυπαρισσια εμοιαζαν καταμαυρα. Σαν ζωγραφια απο καρβουνο. Τα σπουργιτια μολις που ξυπνουσαν. Ανυσηχα μεσα στις καλαμιες.
(Visited 31 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.