Συμπόσιο

Κενό… Είναι πάλι εκεί! Δε νοιάστηκα να το γεμίσω με υποκατάστατα τελευταία κι όλο μεγαλώνει. Ψάχνω τη πισίνα με τα αίματα. Να κλείσω τα μάτια και να βουτήξω. Ψέματα βγαλμένα από ωμές αλήθειες. Η πραγματικότητα ξεθωριάζει κι όλα γίνονται όμορφα. Σκέφτομαι όμορφα, γράφω όμορφα, αγγίζω όμορφα, νιώθω όμορφα… Ερωτευμένος με όλη τη ψεύτικη πραγματικότητα. Μέχρι τη στιγμή που όλα γίνονται μάταια. Μάταια και τα γραφτά, μάταιοι κι αυτοί που γράφουν…

Πέφτοντας στο κενό, η μοναξιά είναι το δίχτυ ασφαλείας. Το μυαλό στερεύει. Πλέον δε σκέφτομαι για να γράψω, αλλά γράφω για να μη σκέφτομαι. Το ρολόι στο τοίχο τρέχει ασταμάτητα. Είναι απ’ αυτά τα ανόητα επινοήματα που ο δείκτης των δευτερολέπτων κινείται συνεχώς. Σου προκαλεί οίκτο. Σου θυμίζει τον εαυτό σου ή κάποιον που αγαπάς. Που του έλεγες να σταματήσει έστω και για στιγμή, να σε περιμένει. Να μοιραστείτε αυτό το ένα δευτερόλεπτο που ο χρόνος παγώνει…

Κάθε Κυριακή συνήθιζαν να τρώνε κι οι πέντε μαζί. Οικογενειακά… Ερχόταν να τους δει κι η Δέσποινα, που δεν έμενε πια εκεί. Ο Κ… και η Χ…, τα μικρότερα αδέλφια, ανυπομονούσαν να τη δουν. Η αλήθεια είναι ότι από τότε που έφυγε είχαν ψιλοχαθεί. Το τραπέζι, όπως πάντα, ήταν πλούσιο. Το είχε επιμεληθεί η Κάτια. Μόλις γέννησε παράτησε τη δουλειά της για να επικεντρωθεί στην ανατροφή των παιδιών. Ο Πέτρος είχε ως συνήθως αυτό το μίζερο βλέμμα, ειδικά όταν κοίταζε τη Κάτια. Έδινε σε όλους την εντύπωση ότι τη μισεί και ας είναι τριάντα χρόνια μαζί. Έπλεξε τα χέρια για να πει τη προσευχή. Οι υπόλοιποι στο τραπέζι τον μιμήθηκαν. Ο Κ… και η Χ… αντάλλασσαν πονηρές ματιές σε βάρος του πατέρα τους. Αυτός το αντιλήφθηκε και σφίχτηκε το στομάχι του. Η προσευχή τελείωσε κι ως αρχηγός του σπιτιού μοίρασε τη σαλάτα στα πιάτα. Έσκυψε στο δικό του, αλλά συνειδητοποίησε πως η σαλάτα είχε σκουληκιάσει. Αναγούλιασε… Η αναγούλα μετατράπηκε σε θυμό. Έφαγε μια καυτερή πιπεριά και ξέσπασε. «Σας έχω πει να σέβεστε ορισμένα πράγματα εδώ μέσα! Αλλιώς να φύγετε! Σαν τα μούτρα της σας έχει κάνει η μάνα σας…». Με το άκουσμα αυτών των λέξεων η σαλάτα στα πιάτα των υπολοίπων σάπισε αυτόματα. Η σαπίλα είναι μεταδοτική. Πίκρισε και γέμισε μικρά άσπρα σκουληκάκια. Ο Κ… μπούκωσε δυο πιπερίτσες… «Άσε μας ρε πατέρα με το κήρυγμα σου. Βαρεθήκαμε! Και τη μάνα να μη τη πιάνεις στο στόμα σου. Εσύ σήκω φύγε! Άλλωστε δεν θες καθόλου να είσαι εδώ και φαίνεται». Προς έκπληξη όλων ο Πέτρος βούτηξε το ψωμί του στο τζατζίκι. Το μασούλησε καμιά εικοσαριά φορές και ανακάθισε στη καρέκλα του χωρίς να πει τίποτα. Η Χ… θέλοντας να αλαφρύνει το κλίμα σέρβιρε λίγο χοιρινό κρασάτο στα πιάτα τους, ενώ περηφανευόταν για το πόσο καλά τα πήγαινε στο σχολείο. Ο Κ… τη σταμάτησε και έβαλε κοτόπουλο με γλυκόξινη. «Μμμ… λουκούμι το χοιρινό. Μπράβο μάνα!» αναφώνησε η Δέσποινα καθώς έριχνε λίγο αλάτι στο πιάτο της. Άρχισε να λέει ιστορίες από τα παλιά. Η Κάτια τη κοιτούσε νοσταλγικά καθώς διηγούταν τις όμορφες ιστορίες της. Ο Κ… συνέχισε να ρίχνει λοξές ματιές στο Πέτρο. Τις ιστορίες της Δέσποινας διέκοψε το τηλέφωνο της Χ…, που βγήκε έξω να μιλήσει.

Το παιδί είναι στο μπαλκόνι μόνο του. Παίζει με τις φούσκες του. Τις φτιάχνει φυσώντας σταθερά ένα κυκλικό στεφάνι βουτηγμένο σε σαπουνόνερο. Φαντασιώνεται πως πετάει μέσα στις φούσκες. Καθεμιά που σκάει το ελευθερώνει. Πέφτει ελεύθερα… Αλλά μην αντέχοντας την αμηχανία της πτώσης φτιάχνει κι άλλη. Σ’ αυτήν αντανακλώνται τα όνειρα του. Του παρέχει ασφάλεια, ένα φίλτρο αδιαπέραστο απ’ τον έξω κόσμο. Το κενό μέσα της είναι ο καθρέφτης του.

Όση ώρα ήταν έξω ο Πέτρος είχε φάει τουλάχιστον πέντε καυτερές πιπεριές. Μόλις η Χ… γύρισε την αγριοκοίταξε και μούγκρισε μέσα απ’ τα δόντια του: «Ποιος ήταν πάλι; Όταν τα λέω εγώ ότι έχετε γίνει σα τη μάνα σας…» Η Κάτια εκείνη τη στιγμή μασουλούσε μια πικρή μελιτζάνα. «Τι εννοείς Πέτρο; Δε κοιτάς τα χάλια σου καλύτερα». Ο Πέτρος ήπιε μια γουλιά κρασί. «Άσε μας ρε Κάτια. Τα ξέρουμε όλοι εδώ μέσα τα χαΐρια σου. Πουτάνα είσαι!» Η Κάτια έβαλε τα κλάματα και τα δάκρυα της έπεφταν πάνω στη ντομάτα. Κατά σύμπτωση της είχε φανεί ανάλατη λίγες στιγμές πριν και δίχως να παρατηρήσει τα δάκρυα που έπεφταν στο πιάτο πρόσθεσε κι άλλο αλάτι. Αμέσως τα κλάματα μετατράπηκαν σε λυγμούς. Η σαλάτα ήταν τώρα πολύ αλμυρή. Οι υπόλοιποι είχαν  παγώσει. Ο Κ… περιέλουσε με πιπέρι το κοτόπουλο του. Κοιτούσε αποσβολωμένος τη μάνα του να κλαίει και το πατέρα του να πίνει ατάραχος κρασί. Άρπαξε το πιρούνι και το κάρφωσε στην ανοιχτή παλάμη του. Η Δέσποινα, που είχε αδειάσει όλο το τζατζίκι, δεν άντεξε το θέαμα και λιποθύμησε. Έπεσε από τη καρέκλα και σωριάστηκε στο πάτωμα με έναν ανατριχιαστικό γδούπο. Η Χ… έτρεξε  να τη βοηθήσει. Ο Κ… αφαίρεσε το πιρούνι. Πηχτό και σκουρόχρωμο αίμα ανάβλυζε ορμητικά. «Τι κάνεις ρε μαλακισμένο στο τραπέζι μου;» ούρλιαξε ο Πέτρος. Σηκώθηκε και έπιασε το Κ… από το λαιμό. Ο Κ… είχε χάσει πολύ αίμα και δεν είχε τις δυνάμεις να τον αναχαιτίσει. Πάνω στην αναμπουμπούλα το τραπέζι αναποδογύρισε και μια πιατέλα με παντζάρια χύθηκε πάνω στη Κάτια. Κοίταξε τα ρούχα και τα χέρια της που πήραν ένα βαθύ κόκκινο χρώμα. Έχασε τα λογικά της. Χίμηξε στο Πέτρο και κατάφερε να ελευθερώσει τον Κ…. Ο Πέτρος έπεσε κάτω. Η Κάτια πήδηξε πάνω του, άρπαξε όσα παντζάρια είχαν απομείνει και του τα έχωσε στο στόμα. Τα ζούλαγε τόσο, που του βγήκαν απ’ τη μύτη. Ο Πέτρος πνιγόταν. Αλλά τον ερέθιζε… Μετά από καιρό ένιωσε ξανά ερωτευμένος με τη Κάτια. Τη κοίταξε όπως τότε. Πριν από τριάντα χρόνια. Καύλωσε! Η Κάτια πάγωσε. Δε μπορούσε να το πιστέψει. Αργά γλίστρησε το χέρι της χαμηλά. Πράγματι είχε καυλώσει. Με λύσσα τον έμπηξε μέσα της. Πρόσμενε καιρό αυτή τη στιγμή. Συνέχισε να τον γαμάει, ενώ αυτός μετά βίας ανέπνεε όντας μπουκωμένος με τα παντζάρια. Την είχε αρπάξει από τα μαλλιά και το λαιμό. Αυτή συνέχιζε να τον μπουκώνει, αφήνοντας τον να πάρει κάποιες μικρές ανάσες για να μην σκάσει. Δεν ήταν ξεκάθαρο αν πάλευαν ή γαμιόντουσαν. Ο Κ… είχε μείνει άναυδος. Από τη μια χαιρόταν  για τους γονείς του, αλλά το θέαμα ήταν πολύ σκληρό για έναν γιο. Η Χ… ζήλευε την λιπόθυμη αδερφή της. Δεν προσπαθούσε να την επαναφέρει πια. Ήταν τυχερή που κοιμόταν. Ζούσε τη δική της πραγματικότητα· στα όνειρα της.

Ο καθρέφτης σπάει. Ξεκίνησε από ένα ράγισμα ακριβώς στη μέση κι έγινε κομμάτια. Το μικρό πλάσμα είχε παγιδευτεί μέσα σε γυαλιά. Κοβόταν καθώς προσπαθούσε να  βγει έξω. Ειδικά από τα μικρά κομματάκια γυαλιού. Όταν βγήκε ήταν βουτηγμένος στο αίμα. Το δεξί του χέρι κρεμόταν από μια κλωστή. Δεν είχε νόημα. Το έκοψε με τα δόντια και το άφησε πίσω. Το χέρι τον κοίταζε να απομακρύνεται. Έμεινε μόνο του σε μια λίμνη από αίμα, ενώ τα υπόλοιπα μέλη του σώματος του ζούσαν οικογενειακές στιγμές θαλπωρής.

Όλοι κάθονταν ξανά γύρω απ’ το ρημαγμένο τραπέζι. Ο Κ… είχε δέσει το ματωμένο χέρι του. Η Δέσποινα προσπαθούσε να ανακτήσει τις δυνάμεις της και η Χ… ήταν ακόμα εμφανώς σοκαρισμένη. Οι γονείς ήταν κατακόκκινοι από τα παντζάρια και τη ντροπή τους, σχεδόν γυμνοί, μιας και είχαν σκίσει τα περισσότερα από τα ρούχα τους. Ο Πέτρος άναψε ένα τσιγάρο και έκανε να γεμίσει το ποτήρι του με κρασί. Η Κάτια άρπαξε το μπουκάλι και το πέταξε με δύναμη στο τοίχο. Ο Πέτρος προσπάθησε να της κάνει παρατήρηση αλλά δεν έβγαινε φωνή. Πόναγε αφόρητα σε κάθε προσπάθεια να μιλήσει. Κανένας όμως δεν είχε όρεξη για κουβέντα. Λες και μια θηλιά έσφιγγε τους τους λαιμούς τους. Για αρκετή ώρα  το μόνο που ακουγόταν στην τραπεζαρία ήταν το τσιγάρο του Πέτρου να σιγοκαίει. «Γλυκό κανείς;» ρώτησε η Κάτια σπάζοντας τη σιγή. Περισσότερο από αμηχανία έγνεψαν καταφατικά. Η  Κάτια σέρβιρε το εκμέκ στα πιατάκια και τα πήγε στο τραπέζι. Ξεκίνησαν να τρώνε όλοι μαζί αποφεύγοντας να κοιταχθούν. Είχαν ανάγκη να αποφορτιστούν γλυκά από το αποψινό δείπνο. Ο Πέτρος δεν άντεχε τους συναισθηματισμούς. Έφαγε γρήγορα και αποσύρθηκε στο γραφείο του. Οι υπόλοιποι πήγαν να πλύνουν τα πιάτα τους. Είχαν φτιάξει μια άτυπη ουρά και όποιος τελείωνε περίμενε στην άκρη τους υπόλοιπους. Όταν ξεμπέρδεψαν με τις αγγαρείες, κοιτάχτηκαν στα μάτια. Ακόμα δεν είχαν πει λέξη. Η Κάτια άνοιξε τα χέρια. Τα παιδιά τη μιμήθηκαν κι αγκαλιάστηκαν σφιχτά. Ήταν η πιο αληθινή στιγμή στη ζωή τους. Σαν μια σιωπηρή συμφωνία ότι αφήνουν πίσω τα σημερινά και τα παλιά. Έμειναν αγκαλιασμένοι να κλαίνε. Μόλις ηρέμησαν η Κάτια σκούπισε τα μάτια της, πήρε μια βαθιά ανάσα και μια σόδα από το ψυγείο και πήγε να βρει το  Πέτρο. Είχαν πολλά ακόμα να πουν. Τα παιδιά κατάλαβαν… Ήταν μια ξεχωριστή νύχτα για τους γονείς τους. Η Δέσποινα πήρε μαζί της την Χ… Ο Κ… όμως δεν θα πήγαινε πουθενά. Ήταν ήδη πολύ κουρασμένος.

Το δωμάτιο γέμισε με νερό. Υπόκωφη, βαριά σιωπή… Η αίσθηση του ψαριού στο ενυδρείο. Ένας όμορφος βυθός πάντα σώζει από την άβυσσο. Καταπιάστηκε να σκέφτεται τη τέλεια αυτοκτονία. Από ένα πιστόλι σε κάθε χέρι. Τα στηρίζει ταυτόχρονα στους κροτάφους του. Την ίδια στιγμή τραβάει τη σκανδάλη. Ακαριαία το κεφάλι του διαλύεται. Ένας σιχαμερός πολτός από μυαλά, βλέννα και αίμα διαχέεται παντού. Στιγμιαία τον είδε να απλώνεται σε όλες τις κατευθύνσεις, ενώ τον ένιωθε να κυλάει στο σώμα του. Το γόνατα του δίπλωσαν και έπεσε ανεξέλεγκτα. Άφησε τη βαρύτητα να κάνει τη δουλεία της και χτύπησε δυνατά το έδαφος. Τη στιγμή που το άψυχο σώμα του ακινητοποιήθηκε, λυτρώθηκε…

(Visited 53 times, 1 visits today)

2 comments:

  1. Παράξενο και απίστευτο ο σουρεαλισμός στα καλύτερα του . Μια ένσταση στην αυτοκτονία στο τέλος δεν ξέρω αν γίνεται αυτό με τα όπλα μπορεί να πεθάνει μόνο από το ένα , όπως και στα κρουστά υπάρχει το flam όπου τα χέρια φεύγουν μαζί να χτυπήσουν όμως πάντα θα υπάρχει μια απόκλιση και ποτέ δεν μπορούν να χτυπήσουν την ακριβώς ίδια στιγμή , βέβαια στη συγκεκριμένη περίπτωση θα έχει χρόνο μέχρι η σφαίρα να φτάσει στο μυαλό και να κόψει την σύνδεση με το άλλο χέρι οπότε ίσως και να προλάβει εν πάσι περιπτώση ευχαριστώ πολύ ήταν απολαυστική ανάγνωση .

  2. σε ευχαριστώ φιλε Λαιγ. Στην παραπάνω ιστορία όλοι έφυγαν από το σπίτι ζωντανοί, αφού όπως ξέρεις μου αρέσουν τα χάπι εντ. Πιθανότατα σήμερα είναι ευτυχισμένοι κάνοντας μια κανονική, φυσιολογική ζωή κάπου στο κόσμο. Η παραπάνω αυτοκτονία δεν είναι παρά μια φαντασίωση αυτοκτονίας. Κάθε ρομαντική λεπτομέρεια έχει θέση σε μια φαντασίωση.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.