Ταπεινοί μα και Χορτάτοι

Ο πατέρας μου δωσε το χαρτζιλίκι αφού πρώτα μου κανε ακόμα ένα κήρυγμα για τη ζωή, τη δουλειά, τα λεφτά που βγαίνουν δύσκολα, τις σπουδές μου που παράτησα και τα λοιπά. Στα παπάρια μου όλα. Θα γίνω καλλιτέχνης κάποια μέρα. Έχωσα τα φράγκα στην τσέπη μου κι έφυγα. Πήρα το λεωφορείο και κατέβηκα λίγα μέτρα κάτω απ’ το σπίτι του Τέο. Χτύπησα το κουδούνι κι αυτός άνοιξε την πόρτα και πετάχτηκε έξω φουριόζος, με το μπουφάν στα χέρια.
“Άντε ρε, άργησες,” μου είπε.
“Σόρρυ,” απάντησα, “δε φταίω εγώ. Αυτό το κωλολεωφορείο δεν έρχεται ποτέ στην ώρα του.”
Με γρήγορα βήματα περπατήσαμε προς τη κοντινότερη στάση του μετρό – δεν ήταν μακριά.
“Κάτσε λίγο ρε,” του είπα λίγο πριν φτάσουμε στις κυλιόμενες. “Θέλω να κάνω ένα τσιγάρο.”
“Έλα ρε μαλάκα, θα το κάνεις μόλις φτάσουμε.”
“Ρε φίλε, έχω κάνει μόνο ένα τσιγάρο απ’ το πρωί.”
“Ε ντάξει, περίμενε άλλα 20 λεπτά, σιγά.”
“Καλά, άντε.”
Κατεβήκαμε κι ο Τέο έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα εισιτήριο.
“Έχεις;” με ρώτησε.
“Όχι, κλάιν,” απάντησα.
Το χτύπησε και κατεβήκαμε στην αποβάθρα. Περιμέναμε τρία λεπτά, το τραίνο έφτασε και μπήκαμε μέσα. Σταθήκαμε όρθιοι δίπλα στον στύλο. Μετά από μερικές στάσεις πιάσαμε κουβεντούλα για μπάσκετ.
“Δεν την περνάμε την Τσσκα,” μου είπε.
“Ναι, σίγουρα, δεν υπάρχει πιθανότητα. Έχουν ομαδάρα φέτος. Ο γαύρος όμως μπορεί να την περάσει την Μπαρτσελόνα.”
“Ναι, μπορεί. Έχουν καλή ομαδούλα. Αν παίξει ο Σπανούλης σ’ όλα τα ματς θα περάσουν.”
Κάτι ξώμπουτες γκόμενες, μακιγιαρισμένες τέρμα και με ψηλοτάκουνα μπήκανε μέσα στο μετρό και μεις για λίγο μείναμε αμίλητοι να τις χαζεύουμε. Μετά το γυρίσαμε στο ποδόσφαιρο.

Φτάσαμε στη στάση μας, κατεβήκαμε και βγήκαμε έξω. Έστριψα ένα τσιγάρο όσο στεκόμασταν στις κυλιόμενες, το άναψα με το που φτάσαμε στο πεζοδρόμιο κι αρχίσαμε το περπάτημα προς Εξάρχεια. Ο ουρανός είχε αυτό το σάπιο κοκκινωπό χρώμα που χει κάθε βράδι, και τα σύννεφα κρύβανε ακόμα κι αυτά τα ελάχιστα αστέρια που συνήθως λάμπουν πιο δυνατά απ’ το νέφος. Μια μυρωδιά σκατίλας αναμεμειγμένη με ακριβή κολόνια χυνόταν στην ατμόσφαιρα κι έφτανε ως τα ρουθούνια μου. Μετανάστες με πραμάτειες φορτωμένες στις πλάτες τους μας κοιτούσανε περίεργα, άστεγοι ξαπλώναν στο τσιμέντο και κοιμόντουσαν, κάγκουρες σφυρίζανε στις γκομενίτσες με τα μαύρα παλτά και τις κοντές φούστες που περνούσανε και χαμογέλαγαν, και κάτι ξενερωμένες γιαγιάδες περίμεναν το λεωφορείο. Αθήνα, η γενέτειρα του πολιτισμού.
Πήρα μια τζούρα απ’ το τσιγάρο μου και διέσχισα γρήγορα τη διάβαση, πριν προλάβει να με πατήσει ο ταρίφας που βιαζότανε. Κάτι μπινελίκια μου ριξε, μα δεν έδωσα σημασία.
“Κάτσε ρε, θα σε πατήσει κανένας,” μου είπε ο Τέο αφού πέρασε κι αυτός στην άλλη μεριά λίγα δεύτερα αργότερα.
“Στον δρόμο θέλει τσαμπουκά,” του απάντησα.
“Άμα είσαι με αμάξι…”
“Και πεζός να είσαι πάλι τσαμπουκά θέλει.”
Ανεβήκαμε πάνω την Ιπποκράτους. Μια κλούβα ήτανε παρκαρισμένη στην Ακαδημίας και κάμποσοι ματατζήδες αράζανε με τα καλάσνικοφ στα χέρια. Ο ακριανός που φόραγε φουλφέης με κοίταξε, τον κοίταξα κι εγώ με βλέμμα λίγο αγριεμένο.
“Τι κοιτάς ρε;” μου φώναξε, μα δεν του δωσα σημασία, συνέχισα να τον κοιτάω μέχρι που προχωρήσαμε πιο πάνω και βγήκαν απ’ το οπτικό πεδίο μας.
“Μη σκαλώνεις ρε,” μου είπε ο Τέο.
“Άσε με ρε με τους καριόληδες. Συνεχώς ψημένοι για μανούρα είναι.”
“Ναι ρε φίλε, μπάτσοι είναι. Αλλά κι εσύ μην προκαλείς.”
“Γιατί; Αφού είμαι καθαρός ρε φίλε. Δεν έχω τίποτα πάνω μου. Άμα είσαι καθαρός δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα.”
“Καλά. Απλά δε χρειάζεται να προκαλείς.”
“Εντάξει ρε, θα το χω υπόψιν μου. Τι ώρα θα ρθει ο τύπος;”
“Ποιός τύπος;”
“Ο τύπος με το σκου ρε.”
“Αα! Ε, σε καμιά ώρα. Δεν ξέρω, θα τον βρούμε πλατεία.”
“Σε καμιά ώρα; Γιατί βιαζόμαστε τότε ρε;”
“Θα χει έρθει ο Τζίμης ρε.”
“Ο Τζίμης; Αα, ξέχασα ρε. Μου στειλε μήνυμα ο Τζίμης πριν κατέβω σε σένα, δε θα ρθει τελικά.”
“Δε θα ρθει; Γιατί;”
“Δεν ξέρω, κάτι του τυχε.”
“Ε το μαλάκα. Καλά, δεν πειράζει, πάμε να πιούμε καμιά μπύρα οι δυο μας. Βασικά πάμε να φάμε κανα σουβλάκι πρώτα, δεν έχω φάει τίποτα όλη μέρα.”

Φτάσαμε στον Κάβουρα, ο Τέο μπήκε μέσα, εγώ δεν πείναγα. Κάθισα έξω στο πεζούλι, έφτυσα ένα χλεπίδι στην άσφαλτο κι έβγαλα να στρίψω άλλο ένα τσιγάρο. Κάτι φρικογκόμενες με κόκκινα μαλλιά και δερμάτινα κάθονταν λίγο παραδίπλα και τρώγανε πιτόγυρα, πασαλείβανε τα κόκκινα χείλη τους με τζατζίκια. Τις κόζαρα λίγο, μ’ αρέσουνε αυτά τα φρικιά, έχουν ένα πολύ ελκυστικό στυλάκι. Ο Τέο βγήκε έξω με το σουβλάκι στο χέρι, κάθισε δίπλα μου.
“Καλή η γάτα;” τον ρώτησα.
“Πολύ καλή,” απάντησε μπουκωμένος.
Το καταβρόχθισε με πέντε μπουκιές και σηκώθηκε πάνω.
“Τι θα κάνουμε;” ρώτησε.
“Ξέρω γω; Πάμε να πάρουμε καμιά μπύρα;”
“Πάμε να παίξουμε ένα στοίχημα πρώτα;”
“Λες; Βασικά ναι ρε, πάμε.”
Σηκώθηκα κι εγώ και πήγαμε στο πρακτορείο πάνω στην πλατεία. Μπήκαμε μέσα και πήραμε ένα δελτίο κι ένα κουπόνι.
“Λοιπόν, άκου,” μου πε ο Τέο. “Έχω ένα στανταράκι. Διπλό της Πάρμα.”
“Τι; Τι λες ρε; Η Πάρμα είναι τελευταία, δεν υπάρχει περίπτωση.”
“Άκου που σου λέω ρε. Είναι στημένο.”
“Και συ που το ξέρεις ρε μαλάκα;”
“Είναι ένα γκρουπ στο φέησμπουκ που τα χει όλα αυτά.”
“Άσε μας ρε μαλάκα…”
“Ρε ναι. Το ξέρω, ούτε εγώ τα πολυπιστεύω αυτά, αλλά ό,τι έχουν πει έχει γίνει. Δεν έχουν πέσει ποτέ έξω.”
“Ρε φίλε, δεν ξέρω… Πολύ ακραίο. Πόσο την δίνει την Πάρμα;”
“8,50.”
“Ουφ! Καλά, άντε, παίξτο.”
“Ωραία. Και λέω να παίξουμε και δυο στανταράκια άλλα. Άσσο τη Νάπολι και διπλό την Άρσεναλ.”
“Πόσο τα δίνει;”
“1,90 τη Νάπολι και 1,70 την Άρσεναλ.”
“Ωραία, κομπλέ. Άντε παίξτο. 1,5 ευρώ. Να, πάρε ένα. Έχεις μισό;”
“Ναι.”
Σηκώθηκε, πήγε στο ταμείο κι έδωσε το δελτίο και τα λεφτά. Γύρισε πίσω κοιτώντας την απόδειξη χαμογελαστός.
“42 ευρώ θα κερδίσουμε φίλε! Μια χαρά,” μου είπε.
“Κομπλέ. Άντε, πάμε για καμιά μπύρα.”
Πήγαμε στο μπυράδικο και πήραμε από δυο βεργίνες. Αράξαμε σ’ ένα πεζούλι στην πλατεία και κατεβάσαμε από δυο γουλιές.
Ένας πρεζέος λιώμα ήρθε και στάθηκε μπροστά μου, κάτι μουρμούρησε.
“Δεν έχω ψιλά,” του είπα.
“ΤΣΙΓΑΡΟ!” φώναξε.
“Αα! Να, πάρε,” και του έδωσα τον καπνό και τα σύνεργα.
Μουρμούρησε κάτι ακόμα και μου έδειξε το χέρι του. Ήταν πρησμένο, μαύρο, γεμάτο πληγές και τρύπες.
“Καλά,” του είπα, “θα στο στρίψω εγώ.”
Το στριψα σλιμάκι και του το βαλα στο στόμα. Έβγαλα τον αναπτήρα μου απ’ την τσέπη και του τ’ άναψα. Πήρε μια γερή τζούρα, γύρισε το κεφάλι του αλλού και, σέρνοντας τα πόδια του, την έκανε.
“Σκέτη σαπίλα τα Εξάρχεια,” μου πε ο Τέο. Κούνησα το κεφάλι συμφωνώντας. “Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί αράζουμε συνέχεια εδώ,” συμπλήρωσε.
Ήπιαμε τις μπύρες, δώσαμε τα μπουκάλια σ’ έναν Πακιστανό που τα μάζευε, και μείναμε για λίγο αμίλητοι. Μια φωνή διέκοψε τη σιωπή μας.
“Που σαι ρε Άλεξ;”
Γύρισα το κεφάλι μου κι είδα τον Στάθη να ρχεται προς το μέρος μας. Ο Στάθης, ένας παλιόφιλος που πετύχαινα σχεδόν κάθε φορά που κατέβαινα Εξάρχεια. Αναρχόφατσα τελείως, πάντα χωμένος σ’ όλα.
“Τι λέει ρε Στάθη; Τι γίνεται;”
“Καλά ρε μαν, εδώ. Εσύ;”
“Καλά κι εγώ. Που ήσουνα;”
“Άσε ρε, είχαμε συνέλευση. Έγινε νταβαντούρι. Συζητούσαμε για τη νομική και την κατάληψη, ξέρεις, και…”
“Ρε φίλε,” τον διέκοψα, “σόρρυ κιόλας, αλλά δε με πολυενδιαφέρει τι έγινε στη συνέλευση.”
Ο Στάθης ξεφύσηξε και με κοίταξε κάπως αγριεμένος.
“Ρε μαλάκα Αλέκο,” μου είπε, “τι παίζει πια με σένα; Σε πορείες δεν έρχεσαι πια, σε συνελεύσεις δεν πατάς ποτέ σου, τις δράσεις που κάνουμε δεν τις στηρίζεις, τα του κινήματος δε σ’ ενδιαφέρουνε… Λουμπενίζεις επικίνδυνα, φίλε.”
“Ρε συ Σταθάκο, μήπως έχεις 80 λεπτά να πάρω μια βεργίνα;”
“Δεν έχεις λεφτά ρε;”
“Ε, έχω, αλλά θα πάρουμε λίγη φου και είναι ακριβώς.”
“Καλά, κάτσε να δω. Να, έχω ένα ευρώ, πάρε.”
“Θενκς ρε.”
“Λοιπόν, εγώ την κάνω. Πάω ν’ αράξω στου Κώστα – τον θυμάσαι τον Κώστα;”
“Ναι.”
“Ναι, θ’ αράξουμε εκεί, θα πιούμε και τίποτα. Αν ψηθείτε πιο μετά περάστε μια βόλτα.”
“Καμιά γκόμενα θα χει;”
“Δεν ξέρω ρε, μπορεί, ο Κώστας κανονίζει.”
“Καλά, θα δούμε.”
“Οκέυ ρε, πάρε ένα τηλέφωνο άμα είναι. Άντε, τα λέμε.”
“Άντε γειά.”
Ο Στάθης την έκανε, ο Τέο μου δωσε άλλο ένα ευρώ και πήγα να πάρω άλλες δυο μπύρες.
Όταν γύρισα, κρατούσε ένα πλαστικό σακουλάκι στα χέρια του.
“Βρήκα τον τύπο ρε και μου το δωσε. Μου είπε πως είναι πολύ σωστό σκανκ. Για δες το.”
Μου το δωσε και το κοίταξα. Καλό χρώμα είχε, πρασινωπό. Το άνοιξα και το μύρισα. Δεν μύριζε άσχημα.
“Καλό φαίνεται. Πάμε πάρκο;”
“Πάμε.”
Πήραμε τις μπύρες στο χέρι και περπατήσαμε μέχρι το πάρκο. Αράξαμε σ’ ένα παγκάκι στο λοφάκι και ξεκίνησα να στρίβω ένα δίφυλλο. Το σκου έσπαγε πολύ εύκολα – αυτό ήταν καλό σημάδι. Το στριψα και το σκασα. Ντάξει, μπορεί να μην ήταν και σκανκ τελικά, μπορεί να ταν και αλβανός, αλλά δεν ήταν κακό. Το πιαμε και μετά έστριψα κι άλλο ένα. Πιώθηκε και το δεύτερο κι ο Τέο σηκώθηκε όρθιος, έτριψε τις παλάμες του.
“Ρε μαλάκα, έβαλε κρύο,” είπε.
“Ναι, έχει ψύχρα,” συμφώνησα.
“Ψήνεις να πάμε σ’ ένα παρτάκι Πολυτεχνείο;”
“Παρτάκι; Τι φάση;”
“Ε, ξέρεις, τρανς, τέκνο, και τέτοια. Θα ναι σωστά. Παίζει να βρω κι έναν γνωστό, να μας κάνει κονέ μήπως πάρουμε κανα εμντι, καμιά σπίντα, τίποτα τέτοιο.”
“Τι εμντι ρε μαλάκα, δεν έχω μία.”
“Ε μη χαλιέσαι ρε, σε κερνάω εγώ απόψε αμα ψήνεις και μου τα δίνεις αύριο.”
“Δεν ξέρω ρε… Δεν πολυψήνω.”
“Και τι να κάνουμε τοτε;”
“Μήπως την κάνουμε για πίσω;”
“Από τώρα ρε; Ούτε 12 δεν είναι ακόμα.”
“Ωραία, ας πιούμε άλλο ένα μονοφυλλάκι και μετά την κάνουμε.”
“Ρε φίλε… Καλά, άντε, γάμα το, κι εγώ κουρασμένος είμαι. Ένα μονοφυλλάκι και δρόμο.”
Το στριψα τσάκα-τσάκα, το σκασα, το πιαμε, και σηκωθήκαμε να γυρίσουμε πίσω.

Κατεβήκαμε την Ιπποκράτους – οι τσέοι ήταν ακόμα εκεί που τους αφήσαμε, μα τώρα δεν σήκωσα το βλέμμα μου. Βγήκαμε Πανεπιστημίου. Ο Τέο πέρασε μπροστά από έναν άστεγο και του κλώτσησε το ποτηρί με τα ψιλά.
“Τι κάνεις ρε μαλάκα;” του φώναξα. “Πας καλά;”
“Σιγά ρε φίλε, τι έκανα;” απάντησε.
“Άντε και γαμήσου,” είπα και του σκασα μια φάπα στο σβέρκο.
“Ε!” γρύλισε τσαντισμένος. “Για χαλάρωσε! Σιγά, έτσι κι αλλιώς άδειο ήταν.”
Πήγα προς το μέρος του άστεγου, σήκωσα το ποτήρι, έριξα μέσα κι ένα 20λεπτο που μου χε μείνει, του τ’ άφησα δίπλα του.
“Συγγνώμη φίλε,” του είπα, “ο φίλος μου είναι λίγο μαλάκας.”
Ο άστεγος με κοίταξε με μάτια μαύρα και βαθιά, χαμογελώντας. Δεν απάντησε. Ούτε καν που είχε καταλάβει τι είχε γίνει.
Μπήκαμε στο μετρό, το πήραμε και γυρίσαμε πίσω.
“Θα κοιμηθώ σπίτι σου, ε;” ρώτησα τον Τέο.
“Σπίτι μου;”
“Ε ναι ρε, δεν έχει λεωφορεία τέτοια ώρα.”
“Καλά, ντάξει. Πάμε να παίξουμε και κανα προ.”
“Μπα, είμαι λιώμα απ’ τους μπάφους. Πάμε για ύπνο.”
“Καλά, όπως θες.”
Φτάσαμε στη στάση μας, κατεβήκαμε και περπατήσαμε ως το σπίτι του. Μπήκαμε μέσα, ο Τέο έστρωσε κάτω απ’ το κρεβάτι του ένα στρώμα για μένα. Μετά ανοίξαμε το λάπτοπ να τσεκάρουμε τους αγώνες που παίξαμε. Κουβάς. Χάσαμε την Πάρμα, το ‘στανταράκι’ που είχε δει στο γκρουπ στο φέησμπουκ. Δε γαμιέται. Έπεσα να κοιμηθώ.
“Σε πειράζει να βάλω λίγο τηλεόραση;” με ρώτησε.
“Όχι, βάλε.”
Την άνοιξε κι έβαλε μια απ’ αυτές τις σάπιες μεταμεσονύκτιες ταινίες που παίζει το σταρ. Παρακολούθησα για κανα πεντάλεπτο και μετά κοιμήθηκα.

(Visited 28 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.