ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΔΑΣΟΣ

                                                            
     Μια αγέλη από κάγκουρες, έσπασε την εκνευριστική ηρεμία της πλατείας
του χωριού, με τα φτιαγμένα μηχανάκια τους να μουγκρίζουν σε κάθε ξεροκόματη
γκαζιά, σαν άγρια ζώα στη θέα του μαστιγίου κάθε φορά που ο θηριοδαμαστής σηκώνει
το χέρι.
     Στις ειδήσεις είπαν ότι
το χωριό δεν κινδύνευε γιατί η πυρκαγιά άλλαξε κατεύθυνση, για το λόγο αυτό
λοιπόν έπρεπε να την κάνουν γρήγορα από ‘κει!
     Από τον υποτυπώδη
πολιτισμό και τα φώτα της πλατείας , έφτασαν στα όρια του χωριού, εκεί, οπού
για λίγα μέτρα, μόνο το φεγγάρι, η θάλασσα και τα βουνά είχαν λόγο.
     Γι’ αυτά τα λίγα
μέτρα, όλοι λίγο πολύ ένιωσαν αυτό που οι ναυτικοί αποκαλούν:
<< η μπουνάτσα πριν τη φουρτούνα>>.
Ναι, θα έμπαιναν κατευθείαν μες στο πυρακτωμένο δάσος, οι
ηλίθιοι! Όχι δεν ήθελαν να προσφέρουν εθελοντική βοήθεια στους πυροσβέστες όπως
κάποιοι άλλοι γενναίοι συγχωριανοί τους. Απλά βαριόντουσαν!
     Για τα λίγα αυτά
μέτρα, ένας-ένας έσβησαν τις μηχανές και τους προβολείς τους και άφησαν το
δρόμο να κάνει τα υπόλοιπα. Κάτι σαν φόρο τιμής σε κάποιον αδικοχαμένο στρατιώτη
ή κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω. Όταν η θέα χάθηκε βάλανε πάλι μπρος και ξεχύθηκαν σαν
σίφουνες μέσα στο φλεγόμενο δάσος.
     Ο καθαρός αέρας, η
θαλασσινή αύρα κα το άρωμα απ’ τους θάμνους παρέδωσαν με βία τη σκυτάλη στη
στάχτη, τις σπίθες και τη μαστουρωτική μυρωδιά της καμένης χλωροφύλλης. Νεκρή
φύση. Η γαλήνη του τίποτα. Μόνο φλόγα οπού σαν όρνεο κατασπάραζε τη λιγοστή
πλέον σάρκα του ίδιου της του θηράματος. Η φωτιά, όπως κι η επιθυμία τον
άνθρωπο, καίει το δέντρο από μέσα κι όταν τελειώσει  παρατά το άδειο του κουφάρι εκεί ακριβώς που το
βρήκε, για να μπορούν όλοι να θαυμάσουν το έργο της. Με σφηνωμένες τις ρίζες
του στο έδαφος το δέντρο ανήμπορο παρακολουθεί τον αναπάντεχο θάνατο του, σαν
θύμα της μαφίας που με τσιμέντο στα πόδια ρίχτηκε σε κάποιο κανάλι να πνιγεί.
    Η φωτιά είναι η
μαφία. Το μεγάλο αφεντικό. Αυτό το μέρος είναι δικό της πλέον και κανείς και
τίποτα δεν μπορεί να το αμφισβητήσει.
    Η αγανάκτηση, ο
φόβος και η θλίψη που τους διακατείχε μπαίνοντας στο μαύρο δάσος είχε
μετατραπεί σε δέος και μια λυσσασμένη αδρεναλίνη. Παράνοια. Το κοντέρ είχε
τερματίσει, τα μάτια τους είχαν βουρκώσει απ’ τη στάχτη και την καύλα και τα
ουρλιαχτά των μηχανών σχεδόν επισκίαζαν τα σατανικά τους γέλια. Ήταν άτρωτοι,
ικανοί για τα πάντα και τα καλύτερα και τα χειρότερα, βασιλιάδες και δούλοι ταυτόχρονα,
ινδιάνοι που χόρευαν σε έκσταση με τα μάτια γυρισμένα ανάποδα. Ήταν έτοιμοι να
γίνουν φωτιά!

    Ώσπου ξαφνικά ο
δρόμος τους πέταξε απ’ το δάσος. Τους πέταξε σε ένα άλλο χωριό σαν το δικό τους.
Οι κάτοικοι με το που τους είδαν έσπευσαν να τους προσφέρουν βοήθεια (σε
περίπτωση που τη χρειάζονταν) και στη συνέχεια να τους επιπλήξουν για την
παράτολμη συμπεριφορά τους. Το ντελίριο χάθηκε όπως χάνεται ο εφιάλτης με το
απότομο ξύπνημα. Άναψαν ένα τσιγάρο να δροσιστούν και παρακολούθησαν τη φωτιά,
να καίει τώρα περίτεχνα τον απέναντι λόφο. Καμία σκέψη. Ηρεμία. Βλέποντας τη
λαίλαπα νιώσανε μια νοσταλγία, μια νοσταλγία που νιώθει κανείς μετά από ένα
όμορφο όνειρο το επόμενο πρωί. Σβήσαν το τσιγάρο και γύρισαν σπίτια τους ντροπιασμένοι,
από άλλο δρόμο αυτή τη φορά. Δεν συζήτησαν ποτέ τους γι’ αυτή τη μέρα, ούτε καν
τα βράδια εκείνα στην πλατεία οπού βαριόντουσαν τόσο πολύ ώστε να κάνουν κάτι
<< ηλίθιο >> !     
(Visited 20 times, 1 visits today)

One comment:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.