Το πυροτέχνημα

 

 

3.877 κάτοικοι σε όλη την πόλη, συμπεριλαμβανομένου εμού.

3. 8 7 7 κάτοικοι σ αυτή τη σκατούπολη, συμπεριλαμβανομένου εμού, και όλοι τους μου προκαλούν αηδία. Το Λάσσεν βρωμάει απ άκρη σ άκρη ψαρίλα και είναι όλο βαμμένο γκρι, καθώς βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του λόφου Στρατ και ο ήλιος δεν το βλέπει παρά ελάχιστες μέρες τον χρόνο. Βέβαια τότε διοργανώνεται σωστό πανηγύρι στο Λάσσεν, με το κρασί των βουνίσιων σταφυλιών να ρέει άφθονο από τα στόματα στις κοιλιές μας κ από εκεί πάλι πίσω στο χώμα. Τότε το Λάσσεν εκτός από ψάρι βρωμάει και κάτουρο.

Έχω διδακτορικό στην επιστήμη της φυσικής ιστορίας καθώς και ένα μεταπτυχιακό στο πανεπιστήμιο του Μπέρμινχαμ, στην ανθρωπολογία. Επίσης την διετία 1957 – 1959 πούλησα 47 πίνακες με την υπογραφή μου σε εξευτελιστικά υψηλές τιμές, χάριν του επικοινωνιακού χαρίσματος που με διακρίνει. Την διετία που ακολούθησε, δηλαδή μέχρι και το 1961, ήπια 20.000$. Ω, ναι, ρούφηξα μέχρι και το τελευταίο δολάριο, και το ορκίζομαι, το χρήμα είχε την γεύση της επιτυχίας. Βέβαια μετά από 20 λεπτά έπρεπε να συνέλθω, να πιω νερό, να κοιταχτώ στον καθρέφτη και να θρηνήσω την πεθαμένη λάμψη του βλέμματος μου.

Μετά από κάμποσες βασανιστικά νηφάλιες νύχτες, και έπειτα από μια εμετική και αποτυχημένη γραφειοκρατική διαδικασία βρέθηκα να διδάσκω στο μονοθέσιο σχολείο του Λάσσεν, ιστορία της γαμημένης Αμερικής. Μένω αριστερά από τον Μπόμπ στην οδό Νάιτ Μερ 23, που είναι ο τρίτος κατά σειρά στην οικογένεια ψαράς, και δεξιά από την οικογένεια Ντάντλ, που είναι ψαράδες από τότε που το επώνυμο τους πρωτακούστηκε στην ανατολική πλευρά του λόφου.

Γενικά μιλώντας, το 90% του εργατικού πληθυσμού του Λάσσεν είναι ψαράδες, αφού η ανατολική πλευρά του Στρατ βρέχεται από την λίμνη Λοχ-Κατρίν. Άξεστοι και βρωμεροί ψαράδες που ψηφίζουν πάντα τους ρεπουμπλικάνους αν και λίγο ενδιαφέρονται για τα κοινά, «αρκεί να είναι καλή η ψαριά». Τους μισώ τόσο πολύ, ειδικά όταν νιώθω πως τους χρειάζομαι, γιατί τότε πράττω το ανήκουστο και τους αναζητώ, κ αυτοί είναι τόσο φιλικοί, τόσο βλάχοι, που πάντα μου ανοίγουν την πόρτα και στρώνουν για το «δάσκαλο» ένα κρεβάτι, και κάθε φορά που το κάνουν, μου θυμίζουν πως είμαι φριχτά μόνος. Ναι. Μόνος.

10 Ιουλίου του 1962, αυτή είναι η σημερινή ημερομηνία και απόψε το βράδυ όλοι οι κάτοικοι του Λάσσεν θα βρίσκονται στην κεντρική πλατεία στις παρυφές του λόφου Στρατ. Θα θαυμάσουν μαζί το γεμάτο φεγγάρι του καθαρού ουρανού που σηματοδοτεί κάθε χρόνο την έναρξη του καλοκαιριού, και αν φέτος είμαστε τυχεροί, αυτό ενδέχεται να διαρκέσει ένα ολόκληρο δεκαπενθήμερο, σύμφωνα με τον Μπόμπ. Απόψε το βράδυ όλοι οι κάτοικοι του Λάσσεν θα είναι παρόντες στις παρυφές του λόφου Στρατ για να γιορτάσουν την έναρξη του καλοκαιριού, όλοι εκτός από εμένα, που αρνούμαι κατηγορηματικά πια να συμμετάσχω στους παράξενους τρόπους τους, να πιω το κρασί τους και να πω τα τραγούδια τους.

Αρνούμαι να χαμογελάσω στα ανόητα παιδιά τους και να υποκριθώ πως οι ασήμαντες υπάρξεις τους γεμίζουν με κάποιον ολοκληρωτικό και αλτρουιστικό τρόπο τον «δάσκαλο» που αυτοί αντιλαμβάνονται μέσα μου με τους δισδιάστατους και ανάπηρους αισθητήρες τους. Πόσο μάλλον αν δεν πρόκειται να πληρωθώ γ αυτή την καθησυχαστική γι αυτούς υποκρισία. Και μεταξύ μας είναι 10 Ιουλίου, τα διδακτικά μου καθήκοντα έχουν τελειώσει και δεν αντιλαμβάνομαι καμιά κοινωνική υποχρέωση μου απέναντι στα ολόχαζα πρόσωπα τους.

«Δάσκαλε!»
«Μπόμπ.»
«Δάσκαλε!»
«Μπόμπ?»

Μπήκε στην αυλή του σπιτιού μου χωρίς να περιμένει την έγκριση μου και αφού ποδοπάτησε τα φρεσκοφυτεμένα λουλούδια του κήπου μου προσπάθησε για τα περίπου επόμενα 18 λεπτά να με παροτρύνει να του κρατήσω συντροφιά στην αποψινή γιορτή, έτσι απλά, «ως δυο καλοί γείτονες και φίλοι», «για να μην μας βρει το καλοκαίρι στη μοναξιά.»

Ο Μπόμπ είναι ο μόνος ντόπιος εδώ στο Λάσσεν που ζει μόνος, όπως κ εγώ, μόνο που εγώ δεν είμαι κρέας τοπικής παραγωγής, όπως εκείνος, και δεν με πειράζει η μοναξιά, όπως εκείνον, όχι δεν με πειράζει καθόλου. Εγώ της επέτρεψα και να περάσει, και να καθίσει, και να μείνει τόσο πολύ. Τον συμπονώ που δεν είναι συμβιβασμένος με την δική του μοναξιά, την ασχήμια των χαρακτηριστικών του προσώπου του, την απωθητική μυρωδιά του δέρματος του. Τον συμπονώ, αλλά καθώς τον κοιτάζω, δεν μπορώ παρά να προσέξω την παχιά φλέβα που βρίσκεται στα αριστερά του λαιμού του και καθώς μιλάει, όχι, όχι δεν μιλάει, εκλιπαρεί και γκρινιάζει με το άδειο του βλέμμα, φαντασιώνομαι κάτι αιχμηρό, ίσως το μικρό μαχαίρι που έχει δεμένο στην ζώνη του, να τον κάνει να το βουλώνει. Μια και καλή.

Αντ’ αυτού απλώς επικαλούμαι αδυναμία και εντός φρονίμων ορίων αδιαθεσία. Δεν θα σε συνοδεύσω απόψε Μπόμπ, και φυσικά πριν φύγεις να σε ευχαριστήσω για το παρτέρι που κατέστρεψες με την άτσαλη υπόσταση σου.

Από την κάμαρα μου μπορώ να δω τα πρώτα πυροτεχνήματα της βραδιάς να χάνονται στον ουρανό, και καθώς γεμίζουν το Λάσσεν φως νιώθω ευφορία, γιατί επιτέλους μπορώ να περπατήσω μόνος στους δρόμους της πόλης. Το καλοκαίρι έχει επισήμως αρχίσει, πράγμα που σημαίνει πως όλοι τους είναι εκεί, γεμίζουν τις κοιλιές τους με τηγανιτά ψάρια και αλκοόλ του βουνού και μου παρέχουν με την απουσία τους τον περίπατο που τόσο νοστάλγησα.

Περπατώ –μόνος- όπως μου αρμόζει, στην οδό Μπέαρ 23, 25, 27, και καθώς περνάω από το νούμερο 29, το άδειο σπίτι της κας Πρινς, της σπηλαιόμορφης στρίγγλας που τυγχάνει διευθυντικών καθηκόντων στο μονοθέσιο και αξιοθρήνητο σχολείο του Λάσσεν, αποφασίζω να ξεσπάσω και να κατουρήσω στο πόμολο της εξώπορτας, για να εκδικηθώ την κα Πρινς για την κακογουστιά και την αμορφωσιά της. Ναι, ναι, ναι το πρόσωπο της, με τα χοντροκομμένα χαρακτηριστικά και την φύσει αγένεια που το διαμορφώνουν είναι απόψε το βράδυ σύμβολο, και μαζί με το δικό της πόμολο νιώθω σαν να αδειάζω την ουροδόχο κύστη μου σε όλα τα πόμολα του Λάσσεν. Αυτό θα ήταν πολύ ανακουφιστικό.

Ένας κρότος διακόπτει τον ουροδόχο τιμωρό που κυοφορείται μέσα μου και παρατηρώ στον λόφο πυροτεχνήματα που φωτίζουν εκ νέου τα στενά που διαβαίνω. Και στο φώς το σκοτάδι μου δείχνει την αλήθεια μιας παρουσίας που δεν ξέρω πόση ώρα τώρα βρίσκεται τόσο κοντά μου. Εκεί στη γωνία Μπέαρ και Βάλλ, μία σκιά. Η φιγούρα είναι σίγουρα γυναίκας, αφού ακόμη και με την βοήθεια της ψευδαίσθησης του φωτός φαίνεται αδύναμη και λεπτοκαμωμένη.
«Παρατήρησα πως με πρόσεξες. Καλό καλοκαίρι.»
Λέει κάνοντας λίγα διστακτικά βήματα προς το μέρος μου.
«Δεν ήθελα να σε διακόψω.»
Κοιτάζει αμήχανα αλλά ευγενικά το φρεσκοκατουρημένο πόμολο της πόρτας της κας Πρινς.
Χαμογελάει και τώρα πια είναι τόσο κοντά ώστε μπορώ να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του προσώπου της.
«Καλό καλοκαίρι.» Η προφορά της μου ακούστηκε ήπια, ευρωπαϊκή μάλλον.
«Με συγχωρείς γι αυτό, ειλικρινά, εδώ οι κάτοικοι συνηθίζουμε στο πολύ αλκοόλ αυτό το συγκεκριμένο βράδυ, έπρεπε να αποχωριστώ κάτι για να το αναπληρώσω με κάτι άλλο,
κι άλλο κρασί ας πούμε.»

Σχεδόν την έκανα να γελάσει με την απομυθοποίηση της αδέξιας γνωριμίας μας και χαίρομαι βαθιά γι αυτό, γιατί την νιώθω μέσα μου ήδη πολύ ξεχωριστή αυτήν την ξένη. Γιατί είναι ξένη σ αυτόν τον ανέπνευστο τρόπο ζωής που εδώ και 367 μέρες αποτελεί τον δικό μου τρόπο επιβίωσης.

Περπατάμε παρέα για πολλά κακοβαφτισμένα σοκάκια και οι ώρες μαζί της – θα το ομολογήσω – περνούν ευχάριστα. Σπουδάζει χάριν στην οικονομική άνεση της οικογένειάς της ψυχολογία σε κάποιο κατώτερο πανεπιστήμιο του οποίου το όνομα δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω, και αν και καθόλα ασήμαντη προσωπικότητα οριακά χαμηλής νοημοσύνης, η παρουσία της απόψε είναι ανακουφιστική.

Πρώτα μου εξήγησε το όραμα της σε σχέση με την άσκηση της επιστήμης της, και απ ότι κατάλαβα από την ασάφεια που διέκρινε τις δηλώσεις της, ήταν όλες τους κοινωνικά ψέματα, η υποταγή της στον νεογέννητο και σταδιακά δημοφιλέστερο φεμινισμό που την προέτρεπε στην αυτονομία και την ωθούσε στην κατηγορία «Ανεξάρτητη» . Όμως δεν θέλει να ανήκει σε αυτήν την κατηγορία. Όχι, διαγράφεται στην αχνή απελπισία των ματιών της πως αυτό που πραγματικά ποθεί, είναι να γίνει μία από τις πολλές οικιακής εκτροφής αγελάδα, αναπαραγωγικής και εκθεσιακής χρήσης.

Στοιχηματίζω πως επέλεξε να σπουδάσει για να συναντήσει μια ώρα αρχύτερα τον εν δυνάμει γιατρό ή δικηγόρο που θα της εξασφαλίσει το μέλλον. Έπειτα μου εξήγησε πως βρέθηκε στο Λάσσεν, πώς η παρέα της θα την συναντούσε στην πλατεία λίγες ώρες πριν για να γιορτάσουν εδώ τον ερχομό του καλοκαιριού, αν δεν είχαν τρακάρει στην διασταύρωση Μάγκ και Ρούμπεν στη δυτική πλευρά του λόφου. «Ευτυχώς είναι όλοι τους καλά» όπως βιάστηκε να μου τονίσει αλλά το τρακάρισμα ήταν αρκετό για να τους χαλάσει τα αποψινά μεγαλεπήβολα σχέδια.

Αύριο πρωί-πρωί θα φύγει για να τους συναντήσει στο Γιάμπερ που βρίσκεται αντιδιαμετρικά του Λάσσεν, και από κει θα περιμένουν όλοι μαζί μέχρι την Δευτέρα, όπου το Φορντ αυτοκίνητο τους θα είναι σαν καινούριο αφού το περιποιηθεί στο συνεργείο του ο Μαξ. Το μόνο που μένει μετά είναι να συνεχίσουν το ταξίδι τους μιας και είναι καλοκαίρι, και θυμάμαι κ εγώ ο ίδιος πως όταν ήμουν πιο νέος η ιδέα μιας οδικής διαδρομής στις πολιτείες της Αμερικής ασκούσε έντονο γόητρο στην τότε περιπετειώδη ιδιοσυγκρασία μου. Φυσικά μεγαλώνοντας μου έγινε ξεκάθαρο πως όπου κ αν πάω δεν μπορώ να κρυφτώ από το δηλητήριο των ανθρώπων. Καθώς συνέχισε να πολυλογεί, μια συνειδητοποίηση με κατακεραύνωσε: απολύτως κανένας δεν γνώριζε πως εκείνη κ εγώ είμαστε εδώ και κάποιες στιγμές συντροφιά.

Πρόκειται για μία άγνωστη και πράγματι ουδεμία συνδετική κλωστή δεν με κρατά δέσμιο της όποιας κοσμιότητας αναμένεται από πλευράς μου. Η συνειδητοποίηση με τρομάζει γιατί με βάζει αμέσως σε σκέψεις.
Η γιορτή έχει τελειώσει και της προσφέρω κατάλυμα σπίτι μου, επιμένοντας μάλιστα να κοιμηθώ εγώ στον καναπέ προκειμένου να βιώσει την φιλοξενία των κατοίκων του Λάσσεν, και έτσι η παραμονή της εδώ, παρά την δυστοκία των πρότερων γεγονότων, να αποκτήσει έστω το νόημα της εξερεύνησης του τόπου. Έχει δωμάτιο στο ξενοδοχείο Σταμς αλλά είναι φανερό πως δεν θέλει καθόλου να περάσει μόνη της το βράδυ και χωρίς ιδιαίτερη πειθώ από μέρους μου δέχεται την πρόσκληση αναντίρρητα. Ανοίγω την εξώπορτα και της δείχνω -με το πιο ζεστό βλέμμα συμπάθειας που μπορώ να προσποιηθώ, τον δρόμο που περνά μέσα από τον κήπο μου και οδηγεί στο κατώφλι του σπιτιού μου.

Παρατηρώ πως το φώς της κάμαρας του Μπομπ είναι ανοιχτό, ενώ η οικογένεια Ντάνλτ φαίνεται να έχει συλλογικώς αποκοιμηθεί, ελέγχω διακριτικά το τοπίο και μα την τύχη μου, ψυχή στο δρόμο, αυτή την τόσο κομβική στιγμή του χρόνου δεν μας είδε κανείς. Κλείνω την πόρτα πίσω μου και της προσφέρω μπράντυ μα δεν το δέχεται, προτιμά μία σόδα, και καθώς οι φυσαλίδες της χορεύουν στο ποτήρι η καρδιά μου ευφραίνεται, και ο ήχος του αναψυκτικού γίνεται γιορτινό εμβατήριο για μένα που επιτέλους ζω μία μέρα όχι σαν όλες τις άλλες.

Αδυνατώ να κρύψω τον ενθουσιασμό μου και της μιλάω πολύ και για τα πάντα, ποιός ήμουν, ποιός έγινα και πόσο μισώ τον τόπο και τους ντόπιους που μυρίζουν ψάρι απ την άλουστη κορυφή ως τα απεριποίητα νύχια τους, ενώ ακόμη της λέω πόσο ανυπομονούσα για την αποψινή βραδιά που όλοι τους θα ήταν απασχολημένοι με το να γιορτάζουν και επιτέλους θα μπορούσα να απολαύσω τον μοναχικό μου περίπατο που αυτοί οι βλάχοι πάντα μου στερούν γιατί δεν κατανοούν πως είναι δυνατό κάποιος να μην επιθυμεί συντροφιά .

Της εξομολογούμαι πόσο απήλαυσα τον περίπατο μαζί της, που σε αντίθεση με όλους αυτούς κοσμείται από χάρη και ευγένεια, ενώ η μυρωδιά της δεν παραπέμπει ούτε λίγο σε θαλασσινά. Γέλασε ξανά και παρατηρώ πως γέλασε πολύ απόψε. Μοιάζει χαρούμενη κοντά μου.
Αλλάζω τα σεντόνια με καθαρά λευκά , και καθώς κλείνω την πόρτα του δωματίου με πληροφορεί πως θα φύγει νωρίς το πρωί για να πάρει τα πράγματα της από το ξενοδοχείο και να προλάβει το λεωφορείο για το Γιάμπερ.

Όλα μου είναι ξεκάθαρα πια. Κατεβαίνω με βαριά βήματα τις σκάλες και φτάνοντας στο σαλόνι αντιλαμβάνομαι πως η παρουσία της δεν είναι παρά ένα πυροτέχνημα στον σκοτεινό ουρανό των ημερών μου και με την ίδια ταχύτητα που εισέβαλλε για να τον φωτίσει, με την ίδια ή ίσως και με ακόμη μεγαλύτερη θα εξαφανιστεί με το πρώτο φώς, που θα με φέρει ξανά στο σκοτάδι. Δεν έχω τίποτα άλλο να περιμένω από τη ζωή παρά τυχαία πυροτεχνήματα που θα λειτουργήσουν μεν αναλγητικά αλλά η επίδραση τους είναι καταδικασμένη να διαρκέσει ελάχιστα.

Είμαι πια 55 χρονών και εδώ και πολύ καιρό η ζωή μου μετατράπηκε από όνειρο σε προαστιακό εφιάλτη, ενώ για πρώτη φορά βιώνω βαθιά ως το κόκαλο την παρακμή της ύπαρξής μου. Εκείνη θα φύγει κ το καλοκαίρι θα περάσει κ αυτό, και εγώ απελπισμένος και δυστυχής δεν θα κουνήσω το κουφάρι μου από το Λάσσεν μέχρι να το μυρίσει κάποιος καλόβουλος γείτονας και τότε θα ξέρουν κ εκείνοι πως είμαι νεκρός αλλά η πραγματικότητα είναι πως πέθανα την μέρα που πάτησα το πόδι μου στον λόφο Στράτ. Και απωθώ την σκέψη μα γυρνά και με χτυπά ξανά κατακούτελα σαν Αυστραλέζικο μπούμερανγκ, γιατί έτσι είναι οι βαριές αρρώστιες-και η δυστυχία είναι μια τέτοια, μπορεί να κατευναστούν και να ξεχαστούν, αλλά μόνο για λίγο αφού το μυαλό πάντα ψάχνει πληγές για να γλείψει. Ή τουλάχιστον το δικό μου μυαλό που πάντα έβρισκε ανθρώπους να μισεί και ιδέες να απορρίπτει, ίσως μάλλον γιατί και η μοναξιά και η έπαρση που αυτή σου γεννά, είναι εθισμοί που ενέχουν απόλαυση.

Είναι 5 και μισή το πρωί, και δεν έκλεισα μάτι όλο το βράδυ για να παρατείνω την διάρκεια αυτού του πυροτεχνήματος. Τρέχω δίπλα στου Μπομπ, που κάπου τώρα θα πρέπει να φεύγει για την λίμνη, έτσι δουλεύουν οι ψαράδες του Λάσσεν. Μου ανοίγει την πόρτα και με χασομεράει με περιγραφές από την χθεσινή βραδιά πιστεύοντας ίσως πως με ενδιαφέρει να τις ακούσω ενώ τελικά απορεί με την τόσο πρωινή επίσκεψή μου και σπεύδει να ρωτήσει αν και πώς μπορεί να με βοηθήσει.

«Μπομπ μπορώ να δανειστώ κάτι αιχμηρό? Έχω ζιζάνια στις τριανταφυλλιές της πίσω αυλής και θέλω να ξεφορτωθώ τα κλαδιά με τα μπασταρδάκια μια και καλή. Ξέρεις πόσο αγαπώ τα λουλούδια μου!»

Γελάει με την ιδιορρυθμία που ενέχει το πάθος μου για τα τριαντάφυλλα, όπως ακριβώς περίμενα ότι θα κάνει, γιατί τα λουλούδια είναι τέχνη και αυτός ο ανίδεος δεν διαθέτει ίχνος καλαισθησίας μέσα του. Πάραυτα μου δίνει με προθυμία το μικρό μαχαίρι που κρατά πάντα στη ζώνη του και με προειδοποιεί να προσέξω τα δάχτυλα μου γιατί αν και μικρό «τούτο το πράμα κόβει σαν τον διάολο».

Γυρνάω σπίτι και ετοιμάζω ένα υποτυπώδες πρωινό για την καλεσμένη μου. Την ακούω από τα λεπτά πατώματα να σιγοτραγουδά μία όμορφη μελωδία που όμως δεν αναγνωρίζω. Καθώς κατεβαίνει τις σκάλες εναποθέτω τον φρεσκοστυμμένο χυμό πορτοκάλι στο τραπέζι και της χαμογελάω όσο το δυνατόν πιο ειλικρινά, και αφού κάθεται στην καρέκλα που της υπέδειξα, εκείνη που κοιτάζει στο παράθυρο που βλέπει στην πίσω αυλή του σπιτιού, ξεστομίζει μία γλυκιά καλημέρα που σίγουρα δεν αξίζω αλλά ταυτόχρονα απολαμβάνω χωρίς καμία ντροπή.

Και ενώ γεύεται με ευχαρίστηση την κάθε φέτα ψωμί με μαρμελάδα κεράσι, τρώγοντας την τελευταία της μπουκιά με βρίσκει πίσω της. Πίσω της και να στηρίζομαι διακριτικά στην καρέκλα της. Ή μάλλον αδιάκριτα και εναποθέτοντας εκεί όλο μου το βάρος. Είναι φανερό στο βλέμμα της πως απορεί αλλά χαμογελάει ευγενικά. Και καθώς την παρατηρώ, τον τρόπο που καταπίνει την τελευταία της μπουκιά, περιμένω να σκουπίσει το στόμα της με την λευκή πετσέτα που δίπλωσα στα αριστερά της ακριβώς γ αυτόν τον σκοπό. ‘Όταν το κάνει, της το κλείνω με το αριστερό μου χέρι.

Τότε μάλλον αντιλαμβάνεται το γιατί του φόβου που ένιωσε πρότερα. Ο φόβος με θρέφει όταν είναι δανεικός και όχι δικός μου. Αντιδρά με κάθε κύτταρο του σώματός της, αλλά όλα της τα κύτταρα δεν είναι αρκετά για αυτό που προσπαθεί.

«Μην κοπανιέσαι, κανείς δεν ξέρει πως είσαι εδώ. Κοίτα τις τριανταφυλλιές και πρόσεχε, πρόσεχε γιατί τούτο το πράμα κόβει σαν τον διάολο.»

Όμως κοπανιέται διπλά και αυτό μου προσφέρει ένα αίσθημα ηδονικό για το οποίο νιώθω πως πρέπει να την ευχαριστήσω. Δεν το κάνω.

Και καθώς της σκίζω τον λαιμό η έκφραση της, η γνώση του επικείμενου θανάτου της που αποτυπώθηκε στο βλέμμα της με την τελευταία της πνοή, το αίμα στα χέρια μου και στο τραπέζι, με κάνουν όλα να επαναφέρω στην μνήμη μου την αίσθηση της δημιουργίας. Τώρα θα καθαρίσω τις τριανταφυλλιές.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο γράφτηκε απ’την Χωρίς Όνομα.

 

(Visited 54 times, 1 visits today)

One comment:

  1. Μια από τις πολλές όμορφες καλοκαιρινές ιστορίες του Λάσσεν 😛

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.