φωτοσήριαλ κίλλερ

Καθώς περπατούσε στην όχθη του ποταμού συνάντησε ένα ξέφωτο από το οποίο φαινόταν ξεκάθαρα η δύση του ηλίου. Σταμάτησε, σήκωσε τη κάμερα του και πολύ προσεχτικά κάδραρε τη φωτογραφία του. Μετά από αρκετές λήψεις ένιωσε δέος για αυτά που είχε τραβήξει. Αφού συνέχισε το δρόμο του,δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του το όμορφο ηλιόβασίλεμα. Δεν μπορούσε όμως να το θυμηθεί ακριβώς. Το είχε δει μόνο μέσα από την οθόνη της κάμερας, όμως η οθόνη είναι αρκετά μικρή…Μόλις έφτασε σπίτι ακόμα δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται αυτό το όμορφο ηλιοβασίλεμα. ‘Ευτυχώς που έχω και τις φωτογραφίες” μονολόγησε… Μη χάνοντας χρόνο έκατσε στο λάπτοπ, σύνδεσε το usb και ξεκίνησε να τις βλέπει. Είχε τραβήξει καμιά δεκαπενταριά. Οι πρώτες ήταν λίγο κουνημένες αλλά προς το τέλος ήταν αρκετά καλές. Όμως, περισσότερη απογοήτευση ένιωσε παρά ικανοποίηση. Πριν τις τραβήξει, είχε ενθουσιαστεί με το θέαμα και τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος. Η στιγμή τον μάγεψε, ίσως όχι μόνο για την εικόνα, αλλά και για ό,τι ένιωθε εκείνη την ώρα. ”Κοιτώντας τη φωτογραφία από την οθόνη του υπολογιστή τίποτα δεν είναι το ίδιο”, σκέφτηκε. Και τότε συνειδητοποίησε πως σκότωσε άλλη μια στιγμή από τη ζωή του.

Κοίταξε γύρω του τις φωτογραφίες που είχε στους τοίχους και ένιωσε πως βρίσκεται σε κάποιο νεκροταφείο στιγμών. Όλες οι εικόνες ήταν άδειες. Μπορούσε να θυμηθεί πολλά πράγματα, από αυτές, ακόμα και συναισθήματα. Όμως συνειδητοποίησε ότι κάθε φορά που τις κοιτάει κάνει ακριβώς τις ίδιες σκέψεις. Η φωτογραφία ουσιαστικά έχει σκοτώσει και έχει βαλσαμώσει τις στιγμές αυτές. Πλέον είναι παγωμένες και δε μπορούν να εξελιχθούν στο χρόνο όσο εξελίσσεται και το μυαλό του. Άνοιξε το ντουλάπι με τα άλμπουμ και δεν μπορούσε να πιστέψει πόσο μεγάλο κομμάτι από τη ζωή του είναι αποτυπωμένο σε ένα κομμάτι χαρτί.

Ήταν σχεδόν μεσήλικας πια και αυτές οι σκέψεις τον σόκαραν. Πραγματικά κοιτώντας τον εαυτό του νέο ένιωσε σαν να του έφυγε η ζωή μέσα από τα χέρια. Είχε τόσα όνειρα και τώρα κατάντησε τυμβωρύχος στιγμών. Ζούσε μόνος του, ήταν άνεργος και τον συντηρούσαν οι γονείς του, που είχαν κάνει καποιες οικονομίες και με τη σύνταξη τα κατάφερναν καλά. ”Δεν πάει άλλο! Πρέπει να κάνω κάτι για να πάρω τη ζωή στα χέρια μου”… Σηκώθηκε, άρπαξε τη κάμερα από το τραπέζι, βγήκε τρέχοντας στο κήπο και άρχισε να σκάβει με τα χέρια το παρτέρι. Έχωσε όσο πιο βαθιά μπορούσε τη κάμερα του, την έθαψε, πάτησε με δύναμη το χώμα και γύρισε, ανακουφισμένος πια, στο δωμάτιο του να κοιμηθεί.

(Visited 14 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.