όμορφη πόλη

Η ζέστη είναι σχεδόν ανυπόφορη και νιώθω πολύ μικρος για αυτή τη πόλη. Έκατσα να ξεκουραστώ σε ένα παγκάκι κάτω από τα δέντρα που μου φάνηκε φιλόξενο. Έστριψα ένα τσιγάρο έβγαλα τη μπύρα από τη τσάντα μου και ξεκίνησα να απολαμβάνω αυτό το μικρό διάλειμμα στη περιπλανηση μου.
“Καπνίζεις;  Νέο παιδί; Να το κόψεις! Όταν μεγαλώσεις θα αρχίσουν οι πόνοι και θα το μετανιώσεις”, μου είπε κουνώντας επιδεικτικά το δάχτυλο.Η Esperanza ποτέ δε σταμάτησε να κρίνει τα ελαττώματα των άλλων. Από μικρή νόμιζε πως τα ήξερε όλα. Μεγάλωσε πολύ δύκολα και ό,τι είχε καταφέρει μέσα από τη σκληρή δουλειά της το άξιζε. Ήξερε πως έπρεπε να δουλέψει για να ξεφύγει από το βούρκο. Στο σχολείο ήταν άριστη. Έτρεφε μεγάλο σεβασμό για τους δασκάλους της αλλά και για την πολύτιμη εκπαίδευση που το κράτος της παρείχε. Ήταν οι πυλώνες στη ζωή της, οι γερά δομημενες αυθεντίες μέσα της. Σίγουρα αυτό συντέλεσε στην απόφαση της να γίνει δασκάλα και να βοηθήσει τα παιδιά όπως οι δασκάλοι της βοήθησαν αυτήν. Σε καμιά περίπτωση δεν ήταν από τις αδιάφορες δασκάλες που νοιάζονται μόνο για τα λεφτά που παίρνουν καθε μήνα. Όχι, η Esperanza είχε ανάγκη να διδάξει. Η λέξη μαθητής για αυτήν ήταν ιερή. Ήθελε να οδηγήσει τους μαθητές της στο σωστό δρόμο. Τον ιδανικό για αυτήν δρόμο που όμως ποτέ δεν μπόρεσε να ακολουθήσει μέχρι το τέλος, και τώρα το είχε μετανιώσει.”Μήπως ξέρετε που είναι η στάση του μετρό;”, ρώτησε ένα παιδί που ήταν με δύο φίλους του.
Η Esperanza παρά τα χρονάκια της πετάχτηκε από τη θέση της και άρχισε να καθοδηγεί τα παιδιά. Εγώ δεν πρόλαβα καν να μιλήσω. Τους αποχαιρέτησε και έκατσε ξανά στη θέση της γεμάτη ικανοποίηση και περηφάνια. Πλέον γερασμένη, με ένα καροτσάκι φορτωμένο με όλα της τα υπάρχοντα προσπαθεί ακόμα να δείξει το δρόμο στους συνανθρώπους της. Έχει την πηγαία ανάγκη να νιώσει πως επιτελεί κάποιο σκοπό, αλλιώς θα νιώσει πολύ μικρή στη πόλη και θα σταματήσει να περιπλανιέται σε αυτήν.

Λίγο αργότερα…

Κάθισα αναπαυτικά στα μεταλλικά καρεκλάκια, αφού το μετρό θα ερχόταν σε 8 λεπτά. Πέρασα μερικές στιγμές σκεπτόμενος την ενδιαφέρουσα γνωριμία που είχα λίγο πριν. Ξαφνικά είδα να ξεπροβάλλει το παραφόρτωμένο καροτσάκι, που μου φάνηκε τόσο οικείο και τελικά η Esperanza. Κοιτώντας κάτω εσπρωξε σιγά-σιγά το καροτσάκι της και έκατσε δίπλα μου, χωρίς να με καταλάβει. Τη σκούντηξα ελαφρά στον ώμο και της χαμογέλασα.
“Πάλι εσύ; Σου είπα να κόψεις το κάπνισμα. Μη το ξεχνάς.”, μου είπε με μάτια γεμάτα κούραση αλλά και προσμονή. Ένιωσα πως νοιαζόταν για μένα πραγματικά. Ίσως βέβαια αυτό να είχε ανάγκη. Να νοιάζεται για κάποιον, και έπαιρνε ικανοποίηση έστω και με μερικές στιγμές επικοινωνίας με αγνώστους στο δρόμο. Ήταν φανερή εξάλου η δίψα της να μοιραστεί.
Για τα λιγοστά επόμενα λεπτά συζήτησαμε. Άρχισε να μου λέει για το γιό της. Μόνο καλά είχε να πει για αυτό το παιδί. Ούτε ένα παράπονο πράγμα που μου φάνηκε πολύ περίεργο σύμφωνα με την εικόνα που έβλεπα. Καμιά φορά λένε μια εικόνα χίλιες λέξεις αλλά μπορεί όλες να είναι ψέματα. Λίγο πριν έρθει το τρένο μου είπε κάτι για ένα δάνειο… και ένα σπίτι. Εκεί τελείωσε η κουβέντα μας. Ήρθε το τρένο και μόλις περάσαμε τη πόρτα στριμωχτήκαμε στο κόσμο, απομακρυνθήκαμε και έτσι απλά χώρις καν να χαιρετηθούμε γίναμε ξανά δύο ξένοι στην ίδια πόλη.

(Visited 20 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.