‘Tábua de Esmeralda’ – Corpus Hermeticum

Μάσκες

-Μπορείς να κάτσεις λίγο μαζί μου?

– Έλα, θέλω να σου δείξω κάτι. Εμπιστοσύνη, κανόνας νούμερο δύο. Αφήνεσαι στον άλλο να σε καθοδηγήσει όπου γουστάρει, με κλειστά μάτια, προς το λάθος μονοπάτι.

Δάση με πεταλούδες.  Επιτραπέζια παιχνίδια είχαν γίνει οι ζωές μας, ιπτάμενα και πράσινα. Εικονικές πραγματικότητες μες στο μυαλό.

Φιλιά. Θέρμη σωμάτων.

Σοφία της κουκουβάγιας, παλίρροια και άμπωτη που έσμιγαν απρόσμενα γρήγορα στο λυκόφως του Κάβο Ντόρο.

Μυρωδιά αντηλιακού στις ρώγες, γιατί πάνω απ’ όλα  προστασία. Γλειφιτζούρια φράουλα που κολλάνε σε σκασμένα χείλη και σε πονούν περισσότερο, μα η γλύκα τον πόνο πάντοτε τον αψηφά.

Ηλεκτρολύτες που σε σώζουν από αφυδατωμένα χώματα η απ’ ότι

άλλο εσύ διαλέξεις να σε σώσουν. Ιδρώτας κρύος και ζεστός, αναλόγως  τις σκέψεις σου.

Διπλά φεγγάρια και μωβ ήλιοι, να σε καίνε και τα δυο καθώς ενώνονται το ένα μέσα στ’ άλλο.

Όμορφα πρόσωπα, καταρράκτες με παγωμένες νύμφες. Οι πεταλούδες του δάσους ζωντάνευαν  και από τις λεβάντες μετακινούνταν στα πρόσωπα μας, να αντικαταστήσουν τα χείλη.

 

1

Πήραν τότε το σχήμα των δικών σου και δεν είχες πια στόμα, μόνο χρυσοκόκκινες οπτασίες με φτερά που έπαιρναν τη μορφή του. Μου επεξηγούσες έτσι όλα τα φυτά που άρεσαν στις πεταλούδες να κουρνιάσουν, όχι με ανθρώπινη λαλιά, αλλά με πεταλουδίσια κι εγώ τα καταλάβαινα όλα. Αλφάλφα, αντζέλικα, αστράγαλο,  σπειραιές, κουασσία, βαλεριάνα, λευκάγκαθα, εφέδρα, ηράνθεμα, όλα. Μεστές ευωδιές και έντονες.  Ήθελα να γίνω ένα με το τοπίο, να κυλιστώ στα χόρτα να γίνω πράσινη, να βγάλω φτερά να πετάξω μαζί τους, να μυρίσω όλα τα λουλούδια, να γίνω πεταλούδα να γεμίζω πεταλούδες. Να τις βάλω μέσα μου, να τις καταπιώ και να ‘ναι το στομάχι μου γεμάτο χαρούμενες πεταλούδες που φτερουγίζουν αδιάκοπα. Γι αυτό το περίεργο συναίσθημα με τις πεταλούδες στο στομάχι΄ αλλά αυτή τη φορά θα ήταν απολύτως ρεαλιστικό. Τέρμα οι παρομοιώσεις.

 

Ήταν όμορφο όλο αυτό αλλά ξεκινούσε να με φοβίζει λίγο. Δεν ήξερα ποιος ήσουν. Οι μυρωδιές με μπέρδευαν, η ζαλάδα δεν ήταν πλέον ευχάριστη. Το αίσθημα του επιτραπέζιου μεγάλωνε, οι πίστες πιο μεγάλες και απόρθητες να έρχονται προς το μέρος μας.

Δίνη, το επόμενο λογικό αίσθημα των λαβυρίνθων μες στο αυτί. Τα χόρτα και τα στάχυα φεύγουν μακριά μ

ας και τα βήματα μου να προσπαθούν να τα φτάσουν. Κατέβαινα και ανέβαινα πίστες, κάποτε μ’ ανέβασες σε αυτήν της πραγματικότητας.

Άγγιξα το κούτελο σου και υπήρχε μια μάσκα. Σαν κ αυτές που φορούν στους μασκέ χορούς ή στα μπαλέτα. Είχαμε μεταμορφωθεί όλοι σε χορευτές! Ενός καταπληκτικού μπαλέτου, με μαγεμένα σκηνικά και αέρινες οπτασίες, να στροβιλίζονται στις αύρες τους και να ανακατεύουν τις ενέργειές τους. Με πανέμορφα κουστούμια και πολύχρωμες λεπτεπίλεπτες μάσκες.. κολλούσαν στα πρόσωπά μας τόσο απλά και άυλα, λες και είχαμε γεννηθεί μ’ αυτές, λες και μια αιωνιότητα οι άνθρωποι τις είχαν πάνω τους και μέσα τους, απαραίτητο αξεσουάρ ύπαρξης.

Η μόνη διαφορά με τους χορευτές ήταν ότι εμείς τις φορούσαμε όχι στα μάτια. Αλλά στο μέτωπο. Ίσως γιατί πλέον είχαμε αποκαλύψει τους εαυτούς μας πλήρως και τώρα απλά τις ξεκουράζαμε πάνω μας. Ακριβώς εκεί που τελειώνουν τα φρύδια και ως εκεί που ξεκινούν τα μαλλιά. Δημιουργούνταν σιγά σιγά, αρχικά τελίτσες που ενώνονταν με χρυσά μετάξια μεταξύ τους, αέναα κινούμενες κλωστούλες που έπαιρναν σχήμα και χρώμα και ξεχωριστές μορφές.  Ο αόρατος ζωγράφος τους έπαιζε πανέμορφα με τα μάτια μας, τα σχέδιά του ποίκιλλαν από αποκριάτικες μάσκες διαβόλου, μάσκες νεραϊδών ασημένιες από παραμύθια με βασίλισσες χιονιού ως  ξύλινες μάσκες των Ίνκας με περίτεχνα πετράδια και χοντροκομμένες γωνιές. Το χρώμα το άλλαζε, ανάλογα  το άτομο που τη φορούσε και υποθέσαμε ότι  το έδινε από την παλέτα της αύρας του ή και από κάτι πιο απτό.

Τι στιγμή που σε άγγιξα για να νιώσω τη μάσκα σου, εκείνη εξαφανίστηκε. Προσπάθησα να τη δω, ξανά και ξανά, έβαζα τα δυνατά μου, ζόριζα μυαλό και φαντασία, όμως μάταια. ‘Έκανα μια βόλτα αναζητώντας λίγη ακόμη σοφία από την κουκουβάγια που τα επέβλεπε όλα, και πάλι μάταια.

 

Έμεινα με την ανάμνηση της ομορφιάς της μάσκας σου και του ήρεμου τρόπου που εμφανιζόταν και έπειτα τρεμόσβηνε σαν πεφταστέρι στα μάτια σου.

(Visited 127 times, 1 visits today)

About Pierrot Le Fou

Just another life traveller

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.