Αιών παίζων

Μια μέρα, Θα γυρίσω νωρίς στο σπίτι μου, Θα πετάξω το μπουφάν, Θα γεμίσω ένα σακίδιο, Και χωρίς να βγάλω τα παπούτσια, Θα πάω στη μάνα μου και τον πατέρα Και θα τους αποχαιρετήσω. Μάνα, Θα της πω, Ο γιός σου φεύγει πια Για πάντα. Πατέρα, Θα του πω, Ο γιός σου πάει στον πόλεμο, Και δε θα ξαναγυρίσει. Ο κόσμος είναι τρομαγμένος, Μα και τρομακτικός. Η μάνα μου θα αρχίσει να δακρύζει, Ο πατέρας μου δε θα μιλά, Κι εγώ θα χω ήδη βγει απ’ την πόρτα. Σ’ ένα ρολόι Θα μετράω τις ώρες και τις μέρες Που μου έχουν απομείνει, Κι ο καπνός που θα χω πάνω μου Δε θα φτουρήσει μια βδομάδα. Όπλο δε θα έχω, Θα βρω σίγουρα εκεί.  Ο κόσμος είναι μια μεγάλη μπάλα που γυρνά, Και γύρω από μια φλόγα πάντα μένει. Μια μπάλα που θέλει να νιώσει ζεστασιά. Χα! Ο πόλεμος με περιμένει Και χωρίς εμένα δε θ’ αρχίσει!

Σάπιο Μήλο

 Και αφήνεις λίγο απ’ τον εαυτό σου να καταρρεύσει μαζί με τους άλλους που σιγά σιγά αρχίζουν να μοιάζουν με σένα. Τα ερείπια μίας εποχής κλείνουν το δρόμο και εμποδίζουν την επόμενη να μπει στον διάβα της. Και μέχρι να βρούμε το κρυφό κατατάλλα στοιχείο που μας έκανε αυτό που είμαστε, ασχολούμαστε με πράγματα ίσως […]