logocrisia with L

Στο δικό μου λεξιλόγιο λογοκρισία είναι να κάνεις κάτι άσκοπα να ξυπνάς και να μην έχεις μέσα σου την επιθυμία για κάτι είναι η ληξιαρχική πράξη γέννησης, να πηγαίνεις σχολείο για να πάρεις ένα χαρτί να διαβάζεις για να πάρεις καλούς βαθμούς για να πάρεις καλό χαρτζιλίκι να νιώθεις άτυχος που διαβάζεις να μισείς τους […]