Zeeshan (+captain morgan)

Το πλοίο έτρεμε σαν άνθρωπος που κρυώνει, βγήκα στο κατάστρωμα να πιω λίγο ρούμι μπας και με πάρει ο ύπνος. Έκατσα σε ένα τραπέζι, όπου έκοβε ο αέρας και άρχισα να πίνω από το captain morgan που είχα στην τσάντα, παρατήρησα δύο τύπους στο δίπλα τραπέζι να κοιτάνε το μπουκάλι με γουρλωμένα μάτια, τους πρόσφερα λίγο ρούμι σε ένα ποτήρι και αυτοί με κέρασαν τσιγάρα, μιλήσαμε για δουλειά, κλασσικά, μόλις τους είπα πόσα έπαιρνα στο νησί γέλασαν.

Ο ένας από αυτούς λεγόταν Zeeshan ήταν τρία χρόνια στην Ελλάδα, είκοσι ενός χρονών έχοντας κάνει το παιδί του στα δεκαπέντε. Ήταν από το Ισλαμαμπάν, η οικογένεια του είχε 200 πρόβατα και 20 αγελάδες, μου φάνηκε περίεργο που είχε έρθει Ελλάδα ενώ τα οικονομικά τους ήταν μια χαρά.

Η ιστορία ξεκινάει τρία χρόνια πριν, όταν ένας κλέφτης μπήκε στο σπίτι όπου έμενε ο Zeeshan με τους γονείς, την γυναίκα και το παιδί του. Εκείνος έλειπε την νύχτα που ο κλέφτης μπήκε στο σπίτι, ενώ ο πατέρας του ήταν γέρος και κατάκοπος. Ο κλέφτης καθώς διέρρηξε την πόρτα, ξύπνησε το μωρό εκείνο έβαλε αμέσως τα κλάματα και η μητέρα του Zeeshan πήγε να το ησυχάσει. Καθώς βγήκε από το δωμάτιο συνάντησε τον κλέφτη, εκείνος την πυροβόλησε στο γόνατο άρπαξε ότι πρόλαβε και έφυγε.

Για τις επόμενες μέρες επικρατούσε σύγχυση στο σπίτι, η οποία όλο και μεγάλωνε αφού η αστυνομία δεν είχε κάνει καμία πρόοδο στο να βρει τον δράστη. Μάρτυρες δεν υπήρχαν, σε μια τόσο μικρή γειτονιά όλοι υποψιάζονται κάποιον όμως κανείς δεν δίνει στοιχεία στην αστυνομία από φόβο, αργότερα μπορεί να είναι η σειρά τους.

Ένα βράδυ ο Zeeshan άνοιξε την ντουλάπα όπου ο πατέρας του συνήθιζε να φυλάει τις καραμπίνες, όμως δεν του άρεσαν τα μεγάλα και αργά όπλα, πήγε πίσω στο δωμάτιο του, πήρε το δικό του περίστροφο από το συρτάρι και βγήκε έξω από το σπίτι.  O Zeeshan ήξερε ποίος το έκανε, όλοι ήξεραν κανείς όμως δεν μιλούσε. Με γρήγορο βήμα έφτασε στο σπίτι του κλέφτη, τα φώτα ήταν ανοιχτά, έσπρωξε την πόρτα της αυλής και στάθηκε στην κεντρική είσοδο αφού πάτησε το κουδούνι με το περίστροφο.

Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο άντρας, του φύτεψε μια σφαίρα στο γόνατο και μια στην κνήμη, άλλη μια στην επιγονατίδα,ο άντρας έπεσε στο πάτωμα ουρλιάζοντας, η γειτονιά είχε αναστατωθεί. O Zeeshan άρχισε να τρέχει πήγε σπίτι ξύπνησε τους γονείς του και τους είπε τι έγινε, δεν μπορούσε να μείνει η αστυνομία θα ερχόταν σπίτι πριν το ξημέρωμα. Μάζεψε τρελαμένος τα πράγματα του σε ένα σακίδιο, βγαίνοντας πέρασε από το δωμάτιο του μικρού, στάθηκε για λίγο και τον κοίταξε κοιμόταν τόσο γαλήνια, του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και έφυγε τρέχοντας προς τον βορρά.

Περπατώντας διένυσε πέντε χιλιόμετρα ως το Ιράν, από εκεί πήρε ταξί για οχτώ ώρες μέχρι την Τουρκία ως το Πόντρεμ και από εκεί καραβάκι για Κω με δυο χιλιάδες ευρώ εισιτήριο, ύστερα Αθήνα και μετά Θεσσαλονίκη για την άδεια παραμονής.

Για τρία χρόνια έκανε βαψίματα, τον συνάντησα καθώς έφευγε από το νησί που είχε πάει για δουλεία, αλλά δεν έκατσε γιατί εκεί το μεροκάματο για Πακιστανούς ήταν τριάντα πέντε ευρώ ενώ για Αλβανούς πενήντα.

Το κεφάλι μου είχε είδη αρχίζει να κάνει ένα βουητό από το ρούμι, χαιρέτησα τον Zeeshan και τον φίλο του και πήγα κάτω, έπεσα σε έναν καναπέ και αποκοιμήθηκα ενώ το μεθύσι είχε πνίξει το επιπρόσθετο βουητό που δημιουργούν στο κεφάλι οι “ράτσες” και τα “εγκλήματα”.

 

(Visited 52 times, 1 visits today)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.